Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.

Ζοζέ Σαραμάγκου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνδικαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνδικαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19.6.13

Απαιτείται ενιαίος αγώνας - σύγκρουση με το αστικό κράτος

σημ: Η δικτατορία του αστικού κράτους δεν πολεμάτε με κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση. Χίλιες φορές έχει αποδειχθεί αυτό. Συμμετέχεις στο κοινοβούλιο για να καθυστερείς πράγματα όχι για να ορίζεις πράγματα.

Συμμετέχεις στο κοινοβούλιο για να οργανώνεις τον αγώνα έξω, για να κερδίσεις χρόνο μέχρι να οργανωθεί ο αγώνας έξω. Δεν υποκαθιστάς αυτό τον αγώνα με κυβερνήσεις, υπουργούς και κοινοβούλια.

Τα πράγματα ορίζονται έξω από το κοινοβούλιο. Εκεί που λαμβάνει χώρα η αληθινή μάχη μεταξύ των πραγματικών δυναμεων. Του κεφαλαίου και της εργασίας.

Η άρνηση της ταξικής πάλης δεν είναι καποιου είδους δρόμος προς την κοινωνική ευημερία, ούτε ανάχωμα είναι στο κεφάλαιο. Η άρνηση της ταξικής πάλης και η υποκατάσταση της από τις εκλογές και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, που ισοδυναμεί με τον αστικό κρατισμό και την κομματικοποίηση της πολιτικής ζωής, που ισοδυναμεί με την κομματικοποιημένη κυριαρχία του κεφαλαίου σε διάφορα χρώματα είναι ένας αδιέξοδος δρόμος.

Αυτό δεν είναι ζήτημα "ερμηνειών", ούτε ζήτημα να φτάσουμε στον ίδιο στόχο από άλλους δρόμους. Οι μορφές αγώνα καθορίζουν τον δρόμο και το αποτέλεσμα.

Έτσι λοιπόν, όσοι μιλάνε για μη ώριμες συνθήκες είναι πάντα αυτοί που διαμορφώνουν τις μη ώριμες συνθήκες για να τις επικαλεστούν αργότερα.

Είναι η πολιτική της στρουθοκάμηλου του κεφαλαίου και κυκλοφορεί με διάφορα χρώματα.



Οι εξελίξεις στο Δημόσιο, η οργάνωση του αγώνα των εργαζομένων και της ενιαίας δράσης τους ενάντια στα βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα ήταν το βασικό ζητούμενο της σύσκεψης που οργάνωσε χτες το απόγευμα το ΠΑΜΕ με τη συμμετοχή συνδικάτων, συνδικαλιστών και εργαζόμενων από το Δημόσιο και το ευρύτερο δημόσιο Τομέα. 
Στο πλαίσιο της σύσκεψης αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί παράσταση διαμαρτυρίας στις 26 Ιούνη, στις 2 μ.μ., στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης με αίτημα αιχμής την κατάργηση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που καταργεί την ΕΡΤ, οδηγεί σε συγχωνεύσεις και καταργήσεις εκατοντάδες οργανισμούς και φορείς του Δημοσίου.
Την εισήγηση έκανε η Λαμπρινή Χριστογιάννη, στέλεχος του ΠΑΜΕ. Παρουσίασε συνοπτικά το σύνολο των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στο Δημόσιο σημειώνοντας ότι τσακίζουν τα εργασιακά δικαιώματα αλλά και τα δικαιώματα συνολικά του λαού μέσα από τη συρρίκνωση, υποβάθμιση, απαξίωση των κοινωνικών υπηρεσιών, την ιδιωτικοποίηση σημαντικών τομέων.
Η απόρριψη αυτών των αναδιαρθρώσεων, υπογράμμισε, δε σημαίνει για τις ταξικές δυνάμεις «αποδοχή ή ανοχή της σημερινής κατάστασης που επικρατεί στο δημόσιο. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ κρίνουν τις αλλαγές από την κατεύθυνση και το περιεχόμενό τους, και η ουσία του προβλήματος στο δημόσιο τομέα έχει να κάνει με τον προσανατολισμό που αυτός έχει, με το γεγονός ότι ήταν και είναι στην υπηρεσία των μονοπωλίων.
Παλεύουμε για ένα δημόσιο που θα υπηρετεί τις δικές μας ανάγκες και όχι τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι να αλλάξει χέρια η εξουσία. Να γίνει ο λαός κυρίαρχος του πλούτου που παράγει». Αντιθέτως, οι άλλες δυνάμεις στο κίνημα «αποδέχονται την αστική διαχείριση και η όποια κριτική περιορίζεται στις μεθόδους, τα εργαλεία και τα αποτελέσματα της εφαρμοζόμενης πολιτικής χωρίς να θίγουν το ρόλο του αστικού κράτους, το γόρδιο δεσμό του με τα μονοπώλια και τους καπιταλιστές».
Τόνισε ακόμα ότι η πάλη ενάντια στις αναδιαρθρώσεις δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους στο Δημόσιο αλλά το σύνολο του εργατικού λαϊκού κινήματος. «Απαιτείται ενιαίος, συντονισμένος αγώνας -είπε- σύγκρουση με το αστικό κράτος και την κυβερνητική πολιτική, ενάντια στις απολύσεις και τις αντιδραστικές αλλαγές». Με αυτό το πλαίσιο «βάζουμε το ζήτημα στα σωματεία, συγκαλούμε Διοικητικά Συμβούλια, Γενικές Συνελεύσεις με θέμα την οργάνωση του αγώνα. (...) δεν περιμένουμε την επίσημη ανακοίνωση νέων μέτρων (...) Δημιουργούμε από τώρα τις προϋποθέσεις οργάνωσης των εργαζομένων. Προωθούμε την κοινή δράση με άλλα σωματεία εργαζομένων του χώρου αλλά και ιδιωτικού τομέα που πλήττονται, με επιτροπές ανέργων, με συλλόγους γονέων, με τις ριζοσπαστικές συσπειρώσεις των φτωχών αγροτών, με συνταξιουχικές οργανώσεις, με Λαϊκές Επιτροπές. Διευρύνουμε τους δεσμούς μας, την κοινωνική συμμαχία με όσους πλήττονται από αυτή την πολιτική. Αξιοποιούμε κάθε μορφή συσπείρωσης. Αποφασίζουμε μέσα από μαζικές διαδικασίες κάθε μορφή πάλης που βοηθάει στη συμμετοχή των εργαζομένων, κόντρα στον εκφυλισμό, κάθε μορφή που βοηθάει στην κοινή δράση με βάση τα κοινά μας συμφέροντα, που δυναμώνει τη συμμαχία και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα των αγώνων. Πολλές δυνάμεις στο κίνημα πλειοδοτούν σε μορφές πάλης, καλούν σε Γενικές Απεργίες και Απεργίες Διαρκείας. Ομως οι απεργίες δε γίνονται με e-mail, ούτε χωρίς απεργούς. Η απεργία είναι όπλο στα χέρια των εργαζομένων, χρειάζεται προετοιμασία, συμμετοχή, οργάνωση, αντοχή απέναντι στις πιέσεις. Χρειάζεται εναλλαγή και εμπλουτισμός μορφών. Κυρίως όμως απαιτούνται αγώνες με προσανατολισμό και περιεχόμενο που θα ατσαλώνουν δυνάμεις, θα συνενώνουν δυνάμεις, θα δυναμώνουν τη λαϊκή συμμαχία. Αγώνες με προσανατολισμό σύγκρουσης με την αστική εξουσία και το κράτος της. Μόνο αυτή η γραμμή πάλης εξασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των αγώνων.
Σήμερα έχουμε ανάγκη από ένα κίνημα μαζικό, οργανωμένο, ταξικό, καλά προετοιμασμένο στη σύγκρουση με πλουτοκρατία, αστικό κράτος, κυβέρνηση, τρόικα, ΕΕ. (...) Κίνημα που θα συνδέει την καθημερινή πάλη για τα οξυμένα λαϊκά προβλήματα με την προοπτική της ανατροπής κάθε αντιλαϊκής πολιτικής, για μια φιλολαϊκή ανάπτυξη όπου ο λαός θα είναι κυρίαρχος του πλούτου που παράγει. Κίνημα που θα κάνει σαφές, πως αν δεν απαλλαγούμε, αν δε χειραφετηθούμε από τη δικτατορία των μονοπωλίων και της ΕΕ, άσπρη μέρα δεν πρόκειται να δούμε.
Γι' αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει ο αρνητικός συσχετισμός δύναμης, να ενισχυθούν οι ταξικές δυνάμεις, η συσπείρωση γύρω από το ΠΑΜΕ».
Στις τοποθετήσεις που ακολούθησαν αναδείχθηκε η απαξίωση και η υπολειτουργία στο Δημόσιο μέσα από τη συνεχή μείωση του προσωπικού, τη συρρίκνωση ή ιδιωτικοποίηση τομέων και υπηρεσιών, την υποβάθμιση υποδομών κ.ά. Ακόμα, έγιναν αναφορές στην επιζήμια δράση του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού που στηρίζει τους αντεργατικούς σχεδιασμούς καλλιεργώντας μεταξύ άλλων τεχνητές διαιρέσεις μεταξύ των εργαζομένων, το συντεχνιασμό, τον εφησυχασμό και τη μοιρολατρία.


1.10.12

Ο ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ


του Αντώνη Δραγανίγου

 15/11/2009, εφημερίδα ΠΡΙΝ



Ο Λένιν και η Διεθνής για τα Συνδικάτα


ο Λένιν
Για δεκαετίες ολόκληρες το έργο του Β. Λένιν Ο Αριστερισμός και οι τοποθετήσεις του για τα συνδικάτα, χρησιμοποιήθηκαν από τη ρεφορμιστική, τελικά, Αριστερά για να δικαιολογηθεί η υποταγή στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Πρόκειται για διαστρέβλωση της αντίληψης του ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η Κομμουνιστική Διεθνής το 1920 επεξεργάστηκε μια συνολική επαναστατική γραμμή παρέμβασης στα συνδικάτα, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και σήμερα.
Στην κρίσιμη στιγμή των αρχών του 1920, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν τόνιζε ότι ενάντια στην ανάπτυξη και το δυνάμωμα του επαναστατικού κομμουνιστικού ρεύματος μέσα στο επαναστατικό κίνημα εμφανίζονται δύο κίνδυνοι. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η παρούσα φάση της ανάπτυξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες οι καλύτεροι εκπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου (…) έχουν ταχθεί στο πλευρό της Κομμουνιστικής Διεθνούς με ενθουσιώδη αφοσίωση. (…) Έχουν ωστόσο παρατηρηθεί δύο λάθη και δύο αδυναμίες του κομμουνιστικού κινήματος (…) Μία πολύ σοβαρή και άμεση απειλή για την υπόθεση της απελευθέρωσης του προλεταριάτου συνίσταται στο ότι μερικοί παλιοί αρχηγοί και μερικά παλιά κόμματα της 2ης Διεθνούς (σ.σ. πρόκειται για τα κόμματα που έφυγαν από τη χρεοκοπημένη 2η Διεθνή και στη συνέχεια σχημάτισαν μια ξεχωριστή Διεθνή, την επονομαζόμενη και  2 ½. Στα κόμματα αυτά ανήκαν για παράδειγμα το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας – στο οποίο προσχώρησε και ο Κάουτσκι, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα κ.ά.), εν μέρει ασυνείδητα κάτω από τις διαθέσεις και την πίεση των μαζών και εν μέρει συνειδητά εξαπατώντας τις για να κρατήσουν την παλιά τους θέση σαν πράκτορες και βοηθοί της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα, αναγγέλλουν τη με όρους ή χωρίς επιφυλάξεις προσχώρηση τους στην 3η Διεθνή, ενώ στην πραγματικότητα στη συνολική πρακτική του κόμματός τους και της πολιτικής τους δουλειάς μένουν στο επίπεδο της 2ης Διεθνούς (…).Το δεύτερο λάθος, λιγότερο σημαντικό που είναι μάλλον μια αρρώστια σύμφυτη με την ανάπτυξη του κινήματος είναι η τάση προς την “άκρα αριστερά”, που οδηγεί σε μια εσφαλμένη εκτίμηση του ρόλου και των καθηκόντων του κόμματος, όσον αφορά στην εργατική τάξη και τις μάζες σε μια εγκατάλειψη της υποχρέωσης των επαναστατών κομμουνιστών να αγωνίζονται μέσα στα αστικά κοινοβούλια και στα αντιδραστικά συνδικάτα» (βλ. Η 3η Διεθνής, Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια σελ.115).
Για να αντιμετωπίσει τον «πρώτο μεγάλο κίνδυνο» η Διεθνής αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχτεί στις τάξεις της τα κόμματα αυτά, παρά το γεγονός ότι ορκίζονταν πίστη στην επανάσταση και στα Σοβιέτ στα λόγια, ακολουθώντας παράλληλα μια συγκεκριμένη τακτική ώστε να επιδράσουν στη βάση τους (κάλεσμα στο Συνέδριο – παρά την αντίθεση της «άκρας Αριστεράς», διαπραγματεύσεις στη βάση των «21 όρων» κ.ά.)
Ο δεύτερος κίνδυνος αφορούσε στην ανάπτυξη ενός ρεύματος αριστερού δογματισμού, που με την πολιτική και την τακτική του ξέκοβε τα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα από την πλατιά μάζα των εργαζόμενων. Ένας αριστερός δογματισμός που αναπτυσσόταν με τσιτάτα όπως «κανένας συμβιβασμός» με τον αντίπαλο ή συμφωνίες με άλλα ρεύματα του εργατικού κινήματος, «άμεσο πέρασμα από την παθητικότητα στην επαναστατική δράση» ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις αυτής της δράσης, «άρνηση συμμετοχής στα αντιδραστικά κοινοβούλια και στα αντιδραστικά συνδικάτα σαν θέση αρχής» και δημιουργία «καθαρών κομμουνιστικών συνδικάτων», ανελέητος πόλεμος με τα κεντρίστικα ρεύματα χωρίς καμιά τακτική επίδρασης στη βάση που τους ακολουθεί, υποτίμηση του ρόλου των αγροτών στην επανάσταση κ.ά. Αυτή η πλατφόρμα βρήκε αποφασιστικά απέναντί της τον Λένιν και τη Διεθνή, τόσο στο 2ο όσο και στα επόμενα Συνέδρια. Σε αυτό το «δεύτερο λάθος», αφιέρωσε ο Λένιν τον Αριστερισμό. Όπως, όμως θα φανεί και παρακάτω, παρά την εξαιρετική του σοβαρότητα, δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογική του Λένιν στο έργο του για τον αριστερισμό, παρά μόνο στο πλαίσιο της συνολικής τακτικής που πρότεινε το 2ο Συνέδριο στα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα. Έξω από αυτό ο Αριστερισμός δεν γίνεται παρά δρόμος πλήρους διαστρέβλωσης και αναίρεσης της επαναστατικής καρδιάς του ρεύματος της 3ης Διεθνούς.
Αυτή η διαπάλη είχε την αντανάκλασή της και στη γραμμή για το εργατικό κίνημα. Από τη μια τα κόμματα της 2 ½ Διεθνούς που ζήτούσαν την είσοδό τους στην ΚΔ, συμμετείχαν στην κίτρινη συνδικαλιστική διεθνή του Άμστερνταμ, μαζί με τα επίσημα παραδοσιακά συνδικάτα των κομμάτων της 2ης ανοιχτά προδοτικής και ιμπεριαλιστικής Διεθνούς. Από την άλλη η «αριστερή αντιπολίτευση» προπαγάνδιζε την έξοδο από τα συνδικάτα και τη δημιουργία «καθαρών επαναστατικών συνδικάτων».
Ποια ήταν λοιπόν η τακτική που διαμόρφωσε σε αυτήν την τόσο πολύπλοκη κατάσταση η Κομμουνιστική Διεθνής; Οι θέσεις της Διεθνούς για τα συνδικάτα αναπτύχθηκαν στην εισήγηση με τίτλο «Το Συνδικαλιστικό Κίνημα, οι Εργοστασιακές Επιτροπές και η 3η Διεθνής».
Διαβάζουμε, λοιπόν, για την εκτίμηση του ρόλου των συνδικάτων στη θέση 1: «(…) Στη διάρκεια του πολέμου αποδείχτηκε ότι τα περισσότερα συνδικάτα αποτελούσαν μέρος του στρατιωτικού μηχανισμού της αστικής τάξης, καθώς τη βοήθησαν να εκμεταλλευτεί την εργατική τάξη και έχυσαν το αίμα του προλεταριάτου, στο βωμό των συμφερόντων του καπιταλιστικού κέρδους(…). Τα συνδικάτα στελεχώνονταν κυρίως από οργανωμένους εργάτες που ήταν ειδικευμένοι και καλύτερα αμειβόμενοι και των οποίων η πολιτική αντίληψη ήταν περιορισμένη λόγω της συντεχνιακής τους στενοκεφαλιάς και του γραφειοκρατικού μηχανισμού που τους απομόνωνε από τις μάζες» (ό.π. σελ. 141).
Έτσι για μια ακόμα φορά, όπως και σε όλο το λενινιστικό έργο, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός των συνδικάτων και η εργατική αριστοκρατία που αποτελούσε την κοινωνική του βάση, ονοματίζεται ως ο κύριος εχθρός του εργατικού κινήματος, ως στρατιωτικός μηχανισμός του κεφαλαίου!
Όμως η καπιταλιστική κρίση, τα απίστευτα δεινά του πολέμου και η άνοδος του επαναστατικού κινήματος, επέδρασαν ώστε «οι πλατιές εργατικές μάζες που προηγουμένως ήταν έξω από τα συνδικάτα, (να) συρρέουν τώρα μέσα στις γραμμές τους, καθώς βλέπουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα νικήσουν στον οικονομικό τους αγώνα. Σε όλες αυτές τις καπιταλιστικές χώρες παρατηρείται μία γιγαντιαία αύξηση των μελών των συνδικάτων. Τα συνδικάτα οργανώνουν, τώρα πια, τις πλατιές μάζες και όχι μοναχά το πιο προχωρημένο τμήμα του προλεταριάτου» (ό.π.)
Μπροστά σε αυτήν την εξέλιξη που άλλαζε την κοινωνική βάση των συνδικάτων, η γραφειοκρατία έδωσε μάχη για να αποτρέψει τη μαζικοποίηση τους. «Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία και οι παλιές μορφές οργάνωσης των συνδικάτων εμποδίζουν αυτήν τη μεταβολή με κάθε τρόπο. Η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι έτοιμη να φτάσει στα άκρα για να κρατήσει τα συνδικάτα ως οργανώσεις της εργατικής αριστοκρατίας: υπερασπίζεται τα καταστατικά που απαγορεύουν στους χαμηλόμισθους εργάτες την ένταξη στις συνδικαλιστικές οργανώσεις» (ό.π.) Κάθε ομοιότητα με το σήμερα δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, τυχαία.
Πώς άρθρωνε λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες η Διεθνής την τακτική της; Σημείο πρώτο: οι κομμουνιστές είναι εκεί που είναι οι εργάτες, στην πρωτοπορία της πάλης για το παραμικρό ζήτημα που απασχολεί την εργατική τάξη, ώστε να εξασφαλίζεται η πλατύτερη δυνατή βάση αναφοράς, στον συνολικό πολιτικό επαναστατικό αγώνα της τάξης. Με τα λόγια της εισήγησης: «Πλήθη εργαζόμενων συρρέουν στα συνδικάτα και ο οικονομικός αγώνας που εξαπολύουν τα συνδικάτα ενάντια στις επιθυμίες της γραφειοκρατίας παίρνει επαναστατικό χαρακτήρα. Οι κομμουνιστές όλου του κόσμου οφείλουν να μπουν στα συνδικάτα ώστε να βοηθήσουν να εξελιχθούν σε όργανα, που παλεύουν συνειδητά για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη δημιουργία του κομμουνισμού. Όπου δεν υπάρχουν συνδικάτα, αυτοί πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να τα δημιουργήσουν. Κάθε εκούσια αποχή από το συνδικαλιστικό κίνημα και κάθε τεχνητή απόπειρα δημιουργίας ξεχωριστών συνδικάτων αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για το κομμουνιστικό κίνημα, εκτός και αν κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο λόγω εξαιρετικά βίαιων ενεργειών εκ μέρους της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ή λόγω της υιοθέτησης από αυτήν μιας στενής πολιτικής αποκλεισμού, που εμποδίζει τις πλατιές μάζες των λιγότερο ειδικευμένων εργατών να μπουν στις οργανώσεις. (…) Οι κομμουνιστές, πρέπει όχι μόνο να μάθουν να εισάγουν τις κομμουνιστικές ιδέες στους εργάτες που συμμετέχουν σε οικονομικούς αγώνες, αλλά και να καθιερώνονται σαν οι πιο ικανοί αρχηγοί του οικονομικού αγώνα στα συνδικάτα». (ό.π., Θέση 4, σελ. 143). Δεύτερο σημείο της εισήγησης: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι οι στόχοι και η ζωή των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξωτερική μορφή που παίρνουν και έτσι δεν πρέπει να διστάζουν να προκαλούν τη διάσπαση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα ισοδυναμούσε με άρνηση να εμπλακούν στην επαναστατική δράση μέσα στα συνδικάτα, στην προσπάθειά τους να τα μετατρέψουν σε όπλα του επαναστατικού αγώνα και με άρνηση να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά και όταν ακόμα μια τέτοια διάσπαση αποδεικνύεται αναγκαία, πρέπει να συντελείται μόνο όταν οι κομμουνιστές κατορθώσουν –μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στον οικονομικό αγώνα και από το συνεπή αγώνα ενάντια στους οπορτουνιστές ηγέτες και την τακτική τους– να πείσουν τις πλατιές εργατικές μάζες ότι η διάσπαση επιχειρείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών σκοπών που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των πιο άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης του οικονομικού της αγώνα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διάσπαση δεν θα οδηγήσει στην απομόνωση των κομμουνιστών από τις εργατικές μάζες». (ό.π. σελ. 144).
Η ενότητα δεν είναι αυτοσκοπός
Ο ΛΕΝΙΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ, ΟΠΟΥ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ ΔΙΑΣΠΑΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Για τον Λένιν λοιπόν και την Κομμουνιστική Διεθνή στα 1920 η ενότητα των συνδικάτων και η συμμετοχή στα αντιδραστικά συνδικάτα δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε θέμα αρχής! Εξαρτάται από το αν η συμμετοχή σε αυτά μπορεί να εξασφαλίσει την «εμπλοκή στην επαναστατική δράση». Σε διαφορετική κατάσταση μπορεί να επιλέγεται και η διάσπασή τους, με τον όρο ότι η μάζα των εργαζόμενων καταλαβαίνει τους λόγους, ότι ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους.
Τρίτο σημείο. Πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί η οργανωτική διάσπαση του εργατικού κινήματος, όπου αυτή έχει ήδη συντελεστεί; Στο σημείο 6 της απόφασης γράφεται: «Όπου το συνδικαλιστικό κίνημα έχει ήδη χωριστεί σε μια οπορτουνιστική και μια επαναστατική πτέρυγα και όπου, όπως στην Αμερική, τα συνδικάτα που έχουν επαναστατικό, αν και όχι κομμουνιστικό προσανατολισμό υπάρχουν δίπλα – δίπλα με τα οπορτουνιστικά, (σ.σ. εννοεί συνδικάτα όπως την IWW, τους Γούμπλις) εκεί οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίξουν τα επαναστατικά συνδικάτα και να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν τις συνδικαλιστικές προλήψεις τους και να δεχτούν ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα. Όπου δημιουργούνται οργανώσεις είτε μέσα είτε έξω από το πλαίσιο των συνδικάτων (όπως οι εργοστασιακές επιτροπές), που αγωνίζονται ενάντια στις αντεπαναστατικές τάσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και υποστηρίζουν την αυθόρμητη άμεση δράση του προλεταριάτου, εκεί οι κομμουνιστές πρέπει αναμφισβήτητα να παρέχουν τη μέγιστη υποστήριξη. Η υποστήριξη προς τα επαναστατικά συνδικάτα, ωστόσο δεν πρέπει να οδηγεί τους κομμουνιστές στο να εγκαταλείπουν τα οπορτουνιστικά συνδικάτα, που βρίσκονται σε κατάσταση έντονων ζυμώσεων και στο δρόμο της ταξικής πάλης». (ό.π σελ. 144).

ΕΚΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ

Για την κόκκινη Διεθνή των συνδικάτων

ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΑΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ


επιτροπή στρατιωτών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τέταρτο σημείο της εισήγησης στο 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς: τι στάση πρέπει να κρατήσει η Διεθνής απέναντι στα εργοστασιακά συμβούλια και τις άλλες μορφές που γεννάει η δράση της τάξης; «Η οικονομική κρίση που καταλαμβάνει τη μια χώρα μετά την άλλη και γίνεται όλο και πιο έντονη, κάνει φανερό ακόμα και στους πιο καθυστερημένους εργάτες πως δεν φτάνει μονάχα να αγωνίζονται για την αύξηση του μισθού και την ελάττωση των ωρών δουλειάς, ότι η τάξη των καπιταλιστών δεν είναι ικανή να αποκαταστήσει την εθνική οικονομία και να εγγυηθεί στους εργάτες έστω και εκείνο το επίπεδο ζωής που απολάμβαναν πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο. Από αυτήν την αυξανόμενη συνειδητοποίηση των εργατικών μαζών πηγάζει ο πόθος τους να δημιουργήσουν μια οργάνωση που θα μπορούσε να ξεκινήσει τον αγώνα για τη σωτηρία της οικονομίας. Από εδώ και οι εργοστασιακές επιτροπές που έχουν στόχο την άσκηση ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Όλο και μεγαλύτερος αριθμός εργατών σε διάφορες χώρες υποστηρίζει αυτήν την αυξανόμενη απαίτηση για εργοστασιακές επιτροπές. Η υιοθέτηση αυτού του αιτήματος μπορεί να εξηγηθεί από ποικίλους παράγοντες αλλά στο τέλος οδηγεί πάντα στην πάλη για τον έλεγχο της βιομηχανίας – το ιδιαίτερο ιστορικό καθήκον των εργοστασιακών επιτροπών» (ό.π σελ. 145). Έτσι η Διεθνής εκτιμούσε τον ιστορικό ρόλο των εργοστασιακών επιτροπών, που αποτελούσε ένα διεθνές ρεύμα εργατικής χειραφέτησης, και αντανακλούσε την εργατική τάση ελέγχου της παραγωγής, ενός κυττάρου βιομηχανικής εργατικής εξουσίας.
Και τέλος ποια πρέπει να είναι η διεθνής μορφή οργάνωσης του προλεταριάτου; Στην έκκληση της 3ης Διεθνούς «Προς τα συνδικάτα όλων των χωρών», καλούνται όλοι οι εργάτες που υποστηρίζουν τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου να αγωνιστούν με επιμονή ώστε να πείσουν τα συνδικάτα τους να προσχωρήσουν στο Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων που ιδρύθηκε στη Μόσχα στις 15 Ιουλίου 1920 (από τα Συνδικάτα της Ρωσίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Γαλλίας και της Γεωργίας) και να αποσυρθούν από τη φωλιά των κλεφτών, γνωστή ως Διεθνής Οργανισμός Εργασίας και από τον εταίρο της, την αντεργατική Διεθνή Ομοσπονδία των Συνδικάτων (σ.σ. τη Διεθνή του Άμστερνταμ). (ό.π σελ. 232). Το Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων ήταν το πρόπλασμα για την κόκκινη συνδικαλιστική Διεθνή, η οποία ιδρύθηκε ένα χρόνο μετά, στην περίοδο του 3ου συνεδρίου της Διεθνούς.
Ήταν τέτοια η υπογράμμιση της σημασίας δημιουργίας της κόκκινης συνδικαλιστικής Διεθνούς, στο πλαίσιο της συνολικής αυτής τακτικής, που η ξεκάθαρη υποστήριξή της περιελήφθη ως ένας από τους 21 όρους (θέση 10) για την είσοδο στην ΚΔ.
Η έκκληση της Διεθνούς προς τα Συνδικάτα όλων των χωρών έκλεινε ως εξής: «Απλά μέλη των συνδικάτων, κομμουνιστές, επαναστάτες! Το Δεύτερο Παγκόσμιο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς σας καλεί να παλέψετε δραστήρια για να κερδίσετε τα συνδικάτα. Κερδίστε τις εργοστασιακές επιτροπές, μετατρέψτε τα μικρομάγαζα και τα “συντεχνιακά συνδικάτα” σε παραγωγικές ενώσεις. (…) Η ΚΔ δεν θέλει τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν επιδιώκει μια διάσπαση, αλλά και δεν την φοβάται(…). Το συνδικάτο, όπως κάθε εργατική οργάνωση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για ένα σκοπό. Ούτε η διχόνοια, ούτε η ενότητα είναι κάτι απόλυτο. Δεν είναι απαραίτητο να διασπαστεί το συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά είναι απαραίτητο να εκδιωχθούν οι προδοτικές ομάδες των ηγετών που επιτρέπουν στον ιμπεριαλισμό να χρησιμοποιεί τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Διώξτε τους προδότες και την απεργοσπαστική ηγεσία από τα συνδικάτα! Ζήτω τα επαναστατικά προλεταριακά συνδικάτα που παλεύουν για τη δικτατορία του προλεταριάτου!».
Σε ποιες συνθήκες έγραψε ο Λένιν τον Αριστερισμό
ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ
Στις συζητήσεις και τις αντιπαραθέσεις για το εργατικό κίνημα που διεξάγονται ανάμεσα στις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα της Αριστεράς και των αγωνιστών του κινήματος περίοπτη θέση κατέχει… ο Λένιν. Ο Λένιν και η μπροσούρα του Ο Αριστερισμός εμφανίζονται ως το ευαγγέλιο όσων υποστηρίζουν ότι οι κομμουνιστές πρέπει να «δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα» και υπερασπίζουν από θέμα αρχής την «ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος», λογική που πολλές φορές δεν χρησιμοποιείται, παρά ως άλλοθι αγκίστρωσης γύρω από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τους θεσμούς της.
Όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα πολιτικά κείμενα, και αυτά του Λένιν, μόνο αν «αναγνωστούν» στις συνθήκες που τα γέννησαν, αν κατανοηθούν τα πολιτικά ερωτήματα στα οποία κλήθηκαν να απαντήσουν, μπορεί να αναδειχτεί η επαναστατική τους ουσία, να μην γίνουν φορμαλιστικές και δογματικές αλήθειες δια πάσα νόσο…
Ο τρόπος με τον οποίο το κομμουνιστικό κίνημα χειρίστηκε τον Αριστερισμό και ειδικά το θέμα του εργατικού κινήματος, έχει τόση σχέση με τις αντιλήψεις των μπολσεβίκων όσο ο φάντης με το ρετσινόλαδο! Ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα. Το βιβλίο Ο Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού γράφτηκε από τον Λένιν τον Απρίλη του 1920, ενόψει του ιστορικού, όπως αποδείχτηκε, 2ου Συνέδριου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το οποίο πραγματοποιήθηκε από τις 19 Ιούλη έως τις 7 Αυγούστου στην Πετρούπολη.
Στην Ευρώπη υπάρχει ακόμα επαναστατική κατάσταση, συνθήκες επαναστατικής κρίσης. Μεγάλες ταξικές αναμετρήσεις και επαναστάσεις τη συγκλονίζουν και δημιουργούν συνθήκες ραγδαίας μαζικοποίησης των συνδικάτων (παλιών και νέων), αλλά και άνθισης νέων μορφών εργατικής οργάνωσης (εργοστασιακά συμβούλια), που ξεκάθαρα ξεπερνούσαν τα συνδικάτα και το ρόλο τους και ραγδαίας αλλά αντιφατικής πολιτικοποίησης εκατομμυρίων εργατών, που άλλοι ακολουθούσαν την 3η Διεθνή και άλλοι στέκονταν ακόμα στα ρεφορμιστικά και τα ενδιάμεσα ρεύματα – παρά την αναμφισβήτητη αίγλη που ασκούσε η ρώσικη επανάσταση στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Λένιν στην εισήγησή του με θέμα «Η Διεθνής Κατάσταση και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς» καθορίζει τα καθήκοντα της Διεθνούς (ΚΔ) ως εξής: «Φτάσαμε, σύντροφοι, τώρα στο πρόβλημα της επαναστατικής κρίσης, που αποτελεί το βάθρο της επαναστατικής μας δράσης….
Το αστικό σύστημα σε όλο τον κόσμο διέρχεται τη μεγαλύτερη επαναστατική κρίση. Πρέπει να “αποδείξουμε” τώρα με την πρακτική των επαναστατικών κομμάτων ότι αυτά τα κόμματα διαθέτουν αρκετή συνειδητότητα, οργάνωση, σύνδεση με τις εκμεταλλευόμενες μάζες, αποφασιστικότητα, δεξιοτεχνία, ώστε να αξιοποιήσουν αυτήν την κρίση για μια επιτυχή, νικηφόρα επανάσταση. Συγκεντρωθήκαμε σε τούτο το Συνέδριο της ΚΔ κυρίως για να προετοιμάσουμε αυτήν την “απόδειξη”» (από το Β. Ι. Λένιν, Θέσεις, Εισηγήσεις στα Συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς σ. 112)

14.2.12

Συνέδριο DİSK Κωνσταντινούπολη 9-12/ 2/ 12

Ομιλία Xρίστου Τομπάζου,
Κεντρικού Οργανωτικού Γραμματέα ΠΕΟ
Στο Συνέδριο Disk,
Kωνσταντινούπολη -Τουρκία,
9-12 Φεβρουαρίου 2012

Aδέλφια εργαζόμενοι της Τουρκίας


Εκ μέρους του Γ.Σ της ΠΕΟ, εκ μέρους των εργαζόμενων της Κύπρου μεταφέρω θερμούς, αγωνιστικούς χαιρετισμούς και ευχές για ένα δημιουργικό συνέδριο.

Με την DISK, μας συνδέουν ισχυροί ταξικοί δεσμοί, οι οποίοι στηρίζονται σε κοινούς στόχους και οράματα. Είναι για αυτό που χωρίς δεύτερη σκέψη ανταποκριθήκαμε στην πρόσκληση και είμαστε εδώ, για άλλη μια φορά, για να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας.

Με τον λαό και τους εργαζόμενους της Τουρκίας δεν μας χωρίζει τίποτα. Αντίθετα, μας ενώνουν κοινές ανησυχίες, κοινές αγωνίες και κοινοί οραματισμοί για ειρήνη και ασφάλεια όχι μόνο στην περιοχή μας αλλά και στο παγκόσμιο. Ιδιαίτερα σήμερα, που οι κυρίαρχες δυνάμεις στο διεθνές πεδίο επιδιώκουν να επιβάλουν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ, η πολιτική της επέκτασης και της εφαρμογής του δίκαιου του ισχυρού, βρίσκει την έκφραση της και μέσα από την διαδικασία της καπιταλιστικής, νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η καπιταλιστική κρίση, η χειρότερη μετά το 1929, αποτελεί απόδειξη, οδυνηρή για τους εργαζόμενους όλου του κόσμου, της παταγώδους αποτυχίας του συστήματος.

Οι επιθέσεις ενάντια στους εργαζόμενους και τα δικαιώματα τους είναι σφοδρές και καθημερινές. Σε πολλές περιοχές του πλανήτη μας παρατηρείται αμφισβήτηση ή και άρνηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και ελευθεριών ενώ ταυτόχρονα εντείνονται οι προσπάθειες απορύθμισης της εργασίας και υπόσκαψης του κοινωνικού ρόλου του κράτους. Η κρίση εξελίσσεται σε μηχανισμό προώθησης ενός άκρατου φιλελευθερισμού με στόχο την μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας, την υποτίμηση της αξίας της και την καταστροφή της συλλογικής εργασιακής σχέσης.

Στο φόντο της νέας τάξης πραγμάτων όπου το διεθνές δίκαιο προσαρμόζεται στο δίκιο του ισχυρού, ο κυπριακός λαός στο σύνολο του συνεχίζει να υποφέρει από την ντε φάκτο διαίρεση.

Για τους Κύπριους, ελληνοκύπριους κα τουρκοκύπριους, η σημερινή κατάσταση στη πατρίδα μας είναι απαράδεκτη και καταστροφική.

Εμείς θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε σκληρά για επαναπροσέγγιση και κοινή δράση ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων εργαζομένων και για το συντονισμό του αγώνα ανάμεσα στις προοδευτικές δυνάμεις των δυο κοινοτήτων. Ο δρόμος της λύσης και η αποστρατικοποίηση της χώρας μας, ο δρόμος της επανένωσης του νησιού μας, για κάθε κύπριο πατριώτη είναι μονόδρομος.

Παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, εμείς επιμένουμε ότι ο δρόμος των συνομιλιών είναι ο μόνος δρόμος για να προχωρήσουμε στη λύση. Υπάρχει η κοινή βάση και αυτή είναι ήδη συμφωνημένη και υιοθετημένη από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Είναι η λύση δικοινοτικής, διζωνικής Ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, και που θα προνοεί για ένα κράτος, με μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια και μια διεθνή προσωπικότητα. Αυτή είναι η λύση που εξυπηρετεί τους κύπριους και που θα μετατρέψει την χώρα μας σε γέφυρα ειρήνης και ασφάλειας για ολόκληρη την περιοχή μας.



Συνεχίζουμε και εντείνουμε τον αγώνα, σε συνεργασία με το προοδευτικό τουρκοκυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα για λύση και επανένωση. Δεν μας κουράζουν οι δυσκολίες. Αντίθετα, μας πεισμώνουν.

Ως ΠΕΟ διαβεβαιώνουμε ότι θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με συνέπεια για την ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στους λαούς της περιοχής μας, αλλά ιδιαίτερα μεταξύ των εργαζομένων της Κύπρου και της Τουρκίας γιατί θεωρούμε ότι με την δική μας συμβολή, μπορούμε να αποφύγουμε την αναπαραγωγή συγκρούσεων που εξυπηρετούν συμφέροντα ξένα προς τα συμφέροντα των λαών των χωρών μας.

Αδέλφια,

Μέσα στις σημερινές συνθήκες, με τις άγριες επιθέσεις που δέχεται το εργατικό κίνημα, θεωρούμε εξαιρετικά κρίσιμο το ζήτημα της αλληλεγγύης, της κοινής δράσης και της αλληλο-στήριξης όλων των εργαζομένων πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Παρακολουθούμε τους αγώνες σας. Ξέρουμε για τις πολλές, μικρές και μεγάλες μάχες που δίνετε. Αγώνες για δικαιώματα, κατακτήσεις. Αγώνες για τιμή και αξιοπρέπεια της τάξης μας. Της εργατικής τάξης.

Μπορείτε να βασίζεστε στην ταξική αλληλεγγύη της ΠΕΟ στους αγώνες σας για μια καλύτερη, ανθρώπινη, πιο δημιουργική και πιο ελεύθερη κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση και την κοινωνική αδικία.

Κλείνοντας εύχομαι για ακόμη μια φορά κάθε επιτυχία στο συνέδριο σας
αλλά και στους αγώνες σας για υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

DİSK KONGRESİ’NDE
PEO GENEL ÖRGÜTLENME SEKRETERİ
HRİSTOS TOMBAZOS
TARAFINDAN YAPILAN KONUŞMA

İstanbul-Türkiye
9-12 Şubat 2012


Emekçi kardeşlerim,

Size Kıbrıs İşçi Federasyonu PEO’nun, Kıbrıslı emekçilerin en içten mücadele mesajlarını getiriyorum, kongrenizin verimli ve başarılı geçmesi dileklerini getiriyorum.

DİSK ile tarihi sınıfsal bağlarımız var. Bu bağların dayanağı paylaştığımız ortak hedefler ve vizyonlardır. Bu nedenle de davetinizi alır almaz, ikinci bir kez düşünmeye dahi gerek duymadan derhal olumlu yanıt verdik ve dayanışmamızı dile getirmek için bugün bir kez daha buradayız.

Türkiye halkı ve emekçileriyle bizi ayıran hiçbir şey yok. Bilakis hem bölgemizde, hem de tüm dünyada barış ve güvenlik için ortak endişelerimiz, ortak mücadelelerimiz ve vizyonlarımız bizi birleştiriyor. Egemen güçlerin uluslararası alanda kendi olanın siyasi ve ekonomik anlayışlarını, kapitalist küresel neoliberal politikalar aracılığıyla da ifade edilen yayılmacı politikalarını ve güçlünün hukukunu dayatmayı hedefledikleri özellikle de günümüz koşullarında ortak mücadelelerimiz bizi birleştiriyor. 1929’dan bugüne yaşanan en derin kapitalist kriz tüm dünyada çalışanların yaşam koşullarını zorlaştırırken sistemin de tamamen başarısızlığının bir kanıtını teşkil etmektedir.

Çalışanlara ve haklarına yönelik olarak saldırılar her gün yoğun bir biçimde sürmektedir. Dünyamızın birçok bölgesinde sendikal hakların ve özgürlüklerin yok edilmesine, çalışma ilişkilerinin düzensizleştirilmesine yönelik teşebbüsler yoğunlaşmakta ve devletin sosyal rolü ortadan kaldırılmaya çalışılmaktadır. Kriz, sömürüyü daha da arttırma, kolektif çalışma ilişkilerinin değerini azaltma ve hatta yıkıma uğratma hedefiyle uç bir liberalizmin öne çıkarılmasının aracı haline getirilmektedir.

Uluslararası hukuku güçlünün hukuku haline getirmeye çalışan “Yeni Dünya Düzeni” koşullarında Kıbrıs’ın defakto olarak bölünmesinin acılarını bütün Kıbrıs halkı çekmeye devam etmektedir.

Kıbrıslırum-Kıbrıslıtürk, tüm Kıbrıslılar için vatanımızda bugün var olan durum kabul edilemezdir ve yıkıcıdır.

Biz, Kıbrıslırum ve Kıbrıslıtürk emekçilerin yeniden yakınlaşması ve eylem birliği için, her iki toplumdan ilerici güçlerin ortak mücadelesi için yoğun bir şekilde çalışmaya devam edeceğiz. Her Kıbrıslı için tek yol Kıbrıs sorununun çözümü, ülkemizin yeniden birleşmesi ve askersizleştirilmesidir.

Tüm güçlüklere ve engellere rağmen, müzakereler yolunun Kıbrıs sorununun çözümü yönünde ilerlemek için tek yol olduğunda ısrarlıyız. Çözüm için ortak bir zemin mevcuttur ve bu zemin üzerinde anlaşmaya varılan ve Birleşmiş Milletler kararlarında benimsenen zemindir. Bu, tek egemenliği, tek vatandaşlığı ve tek uluslararası kimliği olacak bir devlette, BM kararlarında belirtildiği şekilde iki toplumun siyasi eşitliğinin olacağı iki bölgeli iki toplumlu federasyon çözümüdür. Bu, Kıbrıslılara hizmet edecek olan ve tüm bölge açısından ülkemizi bir barış ve güvenlik köprüsü haline getirecek olan çözümdür.

Kıbrıs sorununun çözümü ve ülkemizin yeniden birleşmesi için mücadeleye Kıbrıstürk sendikal hareketi ile işbirliği içerisinde devam ediyoruz ve bu mücadeleyi daha da yoğunlaştırıyoruz. Güçlükler bizi yıldırmıyor, tam aksine inadına mücadele azmimizi daha da arttırıyor.

Bir kez daha teyit ediyoruz: Kıbrıs İşçi Federasyonu PEO olarak bölgemiz hakları arasında ve özellikle Kıbrıs ve Türkiye emekçileri arasında dostluk, işbirliği ve dayanışma ilişkilerinin gelişmesi için tutarlı bir biçimde çalışmaya devam edeceğiz. Çünkü ülkelerimizin halklarının çıkarına hizmet etmeyen çatışmalardan biz emekçilerin katkısıyla kaçınılabileceği görüşündeyiz.

Kardeşler,

İşçi sınıfı hareketinin yoğun saldırılarla karşı karşıya olduğu günümüz koşullarında ulusal sınırların ötesinde bütün emekçilerin birbirlerini desteklemesine, dayanışmasına ve ortak eylemine büyük önem veriyoruz.

Mücadelelerinizi yakından izliyoruz. Emekçilerin hakları ve kazanımları için, sınıfımızın onuru ve saygınlığı için, işçi sınıfı için verdiğiniz mücadeleleri biliyoruz.

Sömürüden ve her tür sosyal haksızlıktan kurtulmuş, daha özgür, daha yaratıcı ve daha iyi bir toplum için mücadelelerinizde PEO’nun sınıfsal dayanışmasına güvenebilirsiniz.

Sözlerime son verirken, bir kez daha kongrenize ve çalışanların haklarını savunmak için verdiğiniz mücadelelerde başarılar diliyorum.


YAŞASIN İŞÇİLERİN ENTERNASYONALİST DAYANIŞMASI!






26.1.12

Ταξική αντίσταση για να κοπεί η φόρα των εργοδοτών


από : Ε.Ρ.Α.Σ

Ταξική αντίσταση για να κοπεί η φόρα των εργοδοτών


Έχουμε μπει πλέον για τα καλά σε μια εποχή ταξικής σύγκρουσης. Η ΟΕΒ μετά την επιτυχία της να περάσει τα μέτρα λιτότητας που εστίαζαν στους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα στράφηκε με μανία στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Μόλις 2 βδομάδες μετά την επιβολή των μέτρων από κυβέρνηση και βουλή ζήτησε πάγωμα μισθών, ΑΤΑ, και εργοδοτικής εισφοράς στα Ταμεία Προνοίας στον ιδιωτικό τομέα ενώ ξεκίνησε και εκστρατεία για 15% μείωση στους κατώτατους μισθούς. Η λογική της ΟΕΒ είναι οι δυσκολίες των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών τους και η απειλή για κλείσιμο των επιχειρήσεων και περαιτέρω αύξηση της ανεργίας. Πρέπει να μειωθεί άμεσα το εργατικό κόστος και να στηριχτεί η επιχειρηματικότητα υποβάλλει φορτικά η ΟΕΒ από το τέλος του Δεκέμβρη. Και τώρα ξεκαθαρίζει ότι δεν επιχειρεί απλά πάγωμα μισθών, ΑΤΑ και αναστολή πληρωμής στα ταμεία Προνοίας αλλά επιπλέον και μείωση και κατάργηση της αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση και 2 ώρες εβδομαδιαία αύξηση του ωραρίου εργασίας.

Τα συνδικάτα συνομιλούν με την ΟΕΒ και φαίνονται έτοιμα να συναινέσουν σε παγώματα, όχι όμως συνολικά αλλά κατά επιχείρηση, όχι για την ΑΤΑ και όχι σε μειώσεις μισθών. Εν τω μεταξύ όμως και παρά τις σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις σε κεντρικό επίπεδο, κλαδικοί σύνδεσμοι εργοδοτών έχουν καλέσει τα μέλη τους να προχωρήσουν στα παγώματα ενώ πληθαίνουν οι εργοδότες που παραβιάζουν τις συλλογικές συμβάσεις συστηματικά πλέον αμφισβητώντας μάλιστα ανοιχτά και άμεσα την ισχύ τους. Έτσι ΠΕΟ και ΣΕΚ μη έχοντας άλλη επιλογή και αφού διαβλέπουν ότι διακυβεύεται πλέον όχι μόνο το βιοτικό επίπεδο των μελών τους αλλά και η συνέχιση της ύπαρξης των συλλογικών συμβάσεων και κατ' επέκταση του ίδιου του συνδικαλισμού προχωρούν σε απεργιακά μέτρα.

Ήδη υπάρχουν εξαγγελθείσες 24ωρες προειδοποιητικές απεργίες στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας την 1 Φεβράρη και στις εταιρείες αναψυκτικών και στο γαλακτοκομείο Λανίτη στις 2 του Φεβράρη. Ακολουθεί η οικοδομική βιομηχανία με παγκύπρια 24ωρη απεργία ενώ εκκρεμούν ακόμα και τα ανοιχτά ζητήματα και στο τσιμεντοποιείο Βασιλικού αλλά και στην πολιτική αεροπορία και στο επιστημονικό προσωπικό της ΑΗΚ. Στην βόρεια Κύπρο τα μέτρα λιτότητας συνεχίζονται με τον κατώτατο μισθό να έχει ήδη παγώσει. Η απόπειρα όμως της κυβέρνησης Κουτσιούκ να ιδιωτικοποιήσει την ηλεκτρική και τηλεπικοινωνιακή υπηρεσία οδήγησε σε επ' αόριστον απεργία των εργαζομένων ήδη από την περασμένη βδομάδα ενώ ανακοινώθηκε από την συνδικαλιστική πλατφόρμα και τα κόμματα της αριστεράς διενέργεια μεγάλου συλλαλητηρίου ενάντια στην κυβέρνηση για τις 30 του Γενάρη.

Η ΕΡΑΣ θεωρεί ότι το συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να δείξει την δύναμη του και μέσα από μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις, ενδεχομένως κλιμακούμενες να βάλει φρένο στην διάβρωση των εργασιακών σχέσεων και στην υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Αν δεν κοπεί η φόρα που πήρε η εργοδοσία η υποτίμηση της εργασίας όχι μόνο δεν θα σταματήσει αλλά θα επιταχυνθεί. Ας μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι είμαστε εν μέσω μιας βαθιάς παγκόσμιας συστημικής κρίσης. Οι σημερινές συγκρούσεις δεν είναι μόνο οικονομικές αλλά και πολιτικές – και καθορίζουν όχι μόνο τις αυριανές συνθήκες αλλά και τους αυριανούς συσχετισμούς δυνάμεων. Και τα ζητήματα δεν αφορούν απλά τους μισθούς κάποιων εργαζομένων και την βιωσιμότητα κάποιων επιχειρήσεων αλλά συνολικά την εργασία και το κεφαλαίο και κατ' επέκταση το σύστημα το ίδιο όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου, επικαλούμενοι την κρίση θέτουν ζήτημα απορρύθμισης της αγοράς εργασίας – ας απαντήσουν και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων θέτοντας το ζήτημα της ρύθμισης της αγοράς κεφαλαίων και του κοινωνικού ελέγχου του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

21.1.12

Άρθρα για την Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (1)


Η κατάσταση στην Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία

Οι αλλαγές που συντελέστηκαν στην περίοδο 1989-1991, με τις ανατροπές των σοσιαλιστικών κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, επέφεραν ραγδαίες ανακατατάξεις στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα και τις οργανώσεις του.
Από το 1945 και μέχρι το τέλος περίπου της δεκαετίας του 1980 η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (WFIU) κυριαρχούσε στα μαζικά κινήματα της εργατικής τάξης με το κύρος, τη μαχητικότητα, τον προσανατολισμό και τη μαζικότητά της.

H WFIU ιδρύθηκε στο Παρίσι με το πρώτο ιδρυτικό συνέδριό της (25/9 έως 9/10/1945) και την εκλογή του Βρετανού Walter Cipihne στη θέση του γενικού γραμματέα της. Στην ίδρυσή της συμμετείχαν οι Γενικές Συνομοσπονδίες όλων των χωρών του κόσμου που μέχρι εκείνη την περίοδο είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν στις χώρες τους. Με την έναρξη της περιόδου του ψυχρού πολέμου και με πρωτοβουλία των αμερικανικών συνδικάτων (AFL, CIO) αποχώρησαν από την ΠΣΟ ορισμένες Συνομοσπονδίες και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ίδρυσαν τη «Διεθνή Συνομοσπονδία των Ελεύθερων Συνδικάτων» (ICFTU).

Η διάσπαση αυτή των γραμμών του διεθνούς εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος ήταν κύρια αποτέλεσμα των παρεμβάσεων των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και άλλων. Η νεοϊδρυμένη ICFTU δεν κατάφερε ποτέ μέχρι σήμερα να εκφράσει τα συμφέροντα και τις αγωνίες της εργατικής τάξης. Ηταν και παραμένει ένα πιστό και επικίνδυνο όργανο του διεθνούς κεφαλαίου και των κυβερνήσεων των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών, που μόνιμος στόχος του είναι η διάδοση και η προβολή της αστικής ιδεολογίας μέσα στην εργατική τάξη. Η αδυναμία της «Διεθνούς Συνομοσπονδίας των Ελεύθερων Συνδικάτων» να κερδίσει έδαφος σε βάρος της ΠΣΟ οδηγούσε την οργάνωση αυτή σε αλλεπάλληλες κρίσεις και ως αποτέλεσμα αυτών των αδιεξόδων προέκυψε η ίδρυση της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Εργασίας (WCL), που σύμφωνα με την ιδρυτική της διακήρυξη υιοθετούσε σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις. Εντούτοις, από την ίδρυσή της έως και σήμερα κινείται στο περιθώριο της ΔΣΕΣ, είναι μικρή, χωρίς μαζικότητα και περιθωριοποιημένη. Εχει την έδρα της στις Βρυξέλλες και εξαντλεί την όποια παρουσία της στην προσπάθεια να διατηρεί τη χρηματοδότησή της και την καλή οικονομική στήριξη των στελεχών της.



Αναντικατάστατος ο ρόλος της ΠΣΟ



Από τις τρεις αυτές Διεθνείς Συνδικαλιστικές Οργανώσεις, η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ), με πάνω από 200 εκατομμύρια μέλη σε ολόκληρη την υδρόγειο, διαδραμάτισε ρόλο αναντικατάστατο στο διεθνές στερέωμα για την ανάδειξη του ρόλου της εργατικής τάξης, τόσο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όσο και στην κατοχύρωση και διεύρυνση των εργατικών διεκδικήσεων στις καπιταλιστικές χώρες. Σημαντικός επίσης ήταν ο ρόλος της στην υπεράσπιση εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων που δρούσαν σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.

Στα 45 χρόνια της παρουσίας της (1945-1990) η ΠΣΟ είχε επιβάλει στα πλαίσια του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας του ΟΗΕ την ψήφιση και επικύρωση Διεθνών Συμβάσεων, όπως για την Κοινωνική Ασφάλιση, το δικαίωμα των γυναικών, την παιδική εργασία, το ωράριο απασχόλησης, τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, την εκπαίδευση των εργαζομένων, τις συνδικαλιστικές και δημοκρατικές ελευθερίες και εκατοντάδες ακόμα αποφάσεις που αποτυπώνουν τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στον 20ό αιώνα. Σ' όλο αυτό το διάστημα της κυριαρχίας της ΠΣΟ, η Διεθνής Συνομοσπονδία των Ελεύθερων Συνδικάτων το μόνο που έκανε ήταν να ευθυγραμμίζεται στον αντικομμουνισμό και στις ψυχροπολεμικές πρακτικές των ΗΠΑ και του Διεθνούς Κεφαλαίου. Στα πλαίσια του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας του ΟΗΕ και στην ψήφιση ορισμένων Διεθνών Συμβάσεων και Συστάσεων συρόταν κάτω από τον όγκο και την πίεση της ΠΣΟ να ακολουθήσει τη στάση και τις προτάσεις της, σε μια προσπάθεια να μη χάνει την επαφή της με τους εργαζόμενους και να διατηρεί ταυτόχρονα τα περιθώρια για τον εγκλωβισμό των μισθωτών στις τάξεις της.




Περίοδος τρομοκράτησης και διωγμού


Η κατάσταση αυτή αμέσως μετά το 1990 άλλαξε ριζικά. Η προσωρινή κυριαρχία των δυνάμεων του Ιμπεριαλισμού και του Διεθνούς Μονοπωλιακού Κεφαλαίου ανέτρεψε τα δεδομένα στο Διεθνές Συνδικαλιστικό Κίνημα. Μέσα στον έξαλλο αντικομμουνισμό και στο καπιταλιστικό παραλήρημα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι κυβερνήσεις, όργανα των ΗΠΑ στο σύνολό τους, από τις πρώτες αποφάσεις που έπαιρναν ήταν η εκδίωξη της ΠΣΟ από όποια γραφεία στεγαζόταν, οι απολύσεις από την εργασία τους των στελεχών της, οι συλλήψεις και η τρομοκρατία. Ενιαία σ' όλες αυτές τις χώρες δημεύτηκαν τα περιουσιακά της στοιχεία και κατασχέθηκαν τα οικονομικά της. Στην Πράγα που ήταν και εξακολουθεί να είναι μέχρι στιγμής η έδρα της ΠΣΟ, από τα τρία πολυώροφα συγκροτήματα κτιρίων που είχε στην κατοχή της μέσα από αλλεπάλληλες κατ' εντολή δικαστικές αποφάσεις έχει περιοριστεί σήμερα σε ένα διαμέρισμα τριών δωματίων των 60 τ.μ.
Στο ίδιο διάστημα, οι εθνικές Συνομοσπονδίες των χωρών αυτών, είτε οι νέες που ιδρύονταν μαζικά, προσέτρεχαν στις τάξεις της ΔΣΕΣ ελπίζοντας στο «αμερικανικό όνειρο».

Οπως είναι γνωστό, οι ανατροπές στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες δεν άφησαν ανεπηρέαστο το κίνημα των αδέσμευτων, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Ετσι και τα συνδικάτα όλων αυτών των χωρών μέσα στα σύννεφα της σκόνης και του κουρνιαχτού που σήκωσαν οι ανατροπές άλλα, φοβισμένα, αδρανοποιήθηκαν, αλλά διαλύθηκαν, άλλα πέρασαν τον Ρουβίκωνα και ελάχιστα έμειναν όρθια. Η προσπάθεια να σταθεί όρθια η ΠΣΟ στο 12ο Παγκόσμιο Συνέδριό της, που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα δεν μπορούσε εκείνες τις στιγμές να έχει αποτέλεσμα.

Οι ηγετικές δυνάμεις της Νέας Ιμπεριαλιστικής Τάξης Πραγμάτων είχαν συνειδητά ιεραρχήσει σαν πρωτεύον ζήτημα για τις στρατηγικές επιδιώξεις τους τη διάλυση, τον ευνουχισμό και την αιχμαλωσία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, προκειμένου να περιορίσουν τις αντιδράσεις της εργατικής τάξης στα σχέδιά τους.




Αντιδραστικός επανασχεδιασμός

Στην περίοδο 1990 - 1994 η ΔΣΕΣ κερδίζει συνεχώς έδαφος και σχεδιάζει από την αρχή το διεθνή συνδικαλιστικό χάρτη με την ίδρυση σ' όλο τον κόσμο εκατοντάδων Εργατικών Συνομοσπονδιών. Εκατοντάδες στελέχη των μονοπωλίων και των πολυεθνικών, εμιγκρέδες και ανανήψαντες, χρηματοδοτούμενοι πλουσιοπάροχα ανέλαβαν ένα σημαντικό μέρος αυτού του σχεδίου. Τα παραδείγματα μόνο από την περιοχή των Βαλκανίων μιλούν από μόνα τους.

• Στη Γιουγκοσλαβία, π.χ. αναλαμβάνει να «ανανεώσει» το εργατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα ο επαναπατρισθείς από τις ΗΠΑ κ. Ισάνακ, ιδρύοντας τη Συνομοσπονδία ΝΙΖΑΒΙΣΝΟΤ, που με 4.000 μέλη σ' ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία εγγράφεται στη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και στη Διεθνή Συνομοσπονδία Ελεύθερων Συνδικάτων, χρηματοδοτείται με εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, την ίδια στιγμή που η γιουγκοσλαβική KATUI με 4,5 εκατομμύρια μέλη είναι υπό διωγμό και διεθνή αποκλεισμό.

• Στην κορύφωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, με πρωτοβουλία της ΓΣΕΕ, της CGI Γαλλίας και της CCIL Ιταλίας, καλείται σύσκεψη των Βαλκανικών Συνδικάτων στη Ρώμη. Η σύσκεψη ματαιώνεται με προκλητική απαίτηση της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και της ΔΣΕΣ.
• Τον Ιούνη του 1999 στο Ελσίνκι η ΣΕΣ καλεί και πραγματοποιεί σύσκεψη Βαλκανικών Συνδικάτων, από την οποία απέκλεισε τη ΓΣΕΕ και προσκάλεσε με ατομική πρόσκληση πρώην συνδικαλίστρια και στέλεχος του ΣΥΝ, δίχως να εκπροσωπεί απολύτως κανένα.
Στην περίοδο 1990-1994 οι πιέσεις για την τελική και οριστική διάλυση της ΠΣΟ ήταν ασφυκτικές. Στην Ευρώπη το καθήκον για τη διάλυσή της ανέλαβε εργολαβικά η CGT Γαλλίας υπό την ηγεσία του Γενικού Γραμματέα της Λουί Βιανέ. Με διμερείς επαφές, περιοδείες, πιέσεις και φαιά προπαγάνδα, καλούσε τις Εθνικές Συνομοσπονδίες των κρατών της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας να ακολουθήσουν το δικό της παράδειγμα και να αποχωρήσουν από την ΠΣΟ, που όπως ισχυρίζονταν δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Οι προσπάθειες της CGT είχαν ομολογουμένως αποτέλεσμα να αποχωρήσουν όλες χωρίς εξαίρεση οι οργανώσεις της Ευρώπης από την ΠΣΟ και να αποστασιοποιηθούν πολλές άλλες από τις υπόλοιπες ηπείρους. Για τη συνεισφορά της αυτή η CGT ανταμείφθηκε με την αποδοχή από τη ΣΕΣ των αιτήσεών της για εγγραφή (της CGT) ως πλήρους μέλους στη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων.

Ολες αυτές οι εξελίξεις είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις για την παγκόσμια εργατική τάξη, αφού οι δυνάμεις του καπιταλισμού δρουν πλέον ασύδοτες, σχεδιάζουν και βάζουν σε εφαρμογή τη γραμμή της «κοινωνικής ρεβάνς», αφαιρώντας σταδιακά, αλλά σταθερά δικαιώματα και κατακτήσεις των εργατοϋπαλλήλων, των συνταξιούχων, των νέων και των γυναικών. Μέσα σε λίγα χρόνια το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ετήσια Γενική Συνέλευση από τόπος αντιπαράθεσης του Παγκόσμιου Εργατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος με τις δυνάμεις της αντίδρασης και του κεφαλαίου, μετατράπηκε σε ένα όργανο της μεγάλης εργοδοσίας και άρχισε να ξηλώνει και να αναιρεί τις Διεθνείς Συμβάσεις με την ψήφο και τη σύμφωνη γνώμη των «εργατικών» εκπροσώπων που στοιχίζονται πίσω από τα ταμεία της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΣΕΣ) και της ΔΣΕΣ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η άρση της απαγόρευσης της παιδικής εργασίας, της νυχτερινής απασχόλησης των γυναικών, των ιδιωτικών Γραφείων Εύρεσης Εργασίας, των συνθηκών εργασίας των εργατών ορυχείων, η θεσμοθέτηση της ασυδοσίας στην εργασία φασόν κλπ.
Ολες αυτές οι αντεργατικές εξελίξεις συσσώρευσαν και συσσωρεύουν πλούτη αμύθητα για τη διεθνή ολιγαρχία με την ένταση και τη μεγιστοποίηση του βαθμού εκμετάλλευσης σε βάρος της εργατικής τάξης σ' ολόκληρο τον πλανήτη.

Το Συνέδριο της Δαμασκού (22-26/11/1994)

Στο διάστημα μεταξύ 1990 και 1994 η ΔΣΕΣ κερδίζει συνεχώς έδαφος με τη στήριξη των πολυεθνικών και μονοπωλιακών μηχανισμών, ενώ η ΠΣΟ χάνει συνεχώς δυνάμεις και φτάνει στα πρόθυρα της διάλυσης. Τότε ακριβώς, με πρωτοβουλία των Συνδικάτων της Κούβας, της Συρίας, της Λιβύης, της Παλαιστίνης, του Ιράκ, της Νότιας Αφρικής της Ινδίας, του Βιετνάμ και ορισμένων μικρότερων οργανώσεων από τη Λατινική Αμερική, την Ασία και τη Μέση Ανατολή αποφασίστηκε η σύγκληση του 13ου Συνεδρίου, στη μόνη χώρα που δέχτηκε να το φιλοξενήσει, στη Συρία (Νοέμβρης 1994).

Στο Συνέδριο αυτό δύο στελέχη της ΚΕ του ΚΚΕ και δύο ακόμα συνδικαλιστικά μας στελέχη γίναμε μάρτυρες των προσπαθειών της CGT Γαλλίας για τη διάλυση της ΠΣΟ. Τελικά από το Συνέδριο της Δαμασκού αποχώρησε οριστικά η CGTP - ΙΝΤΕΡΣΙΝΤΙΚΑΛ της Πορτογαλίας και η ΟΡΖΖ της Πολωνίας. Ετσι έμεινε χωρίς καμιά ευρωπαϊκή οργάνωση η ΠΣΟ. Οι προσπάθειες όμως για διάλυση δεν πέρασαν και τελικά αποφασίστηκε η «ανανέωση» της οργάνωσης και εκλέχτηκε ηγεσία με επικεφαλής τον Αλεξάντερ Ζάρικοφ που εκπροσωπούσε και εκπροσωπεί και σήμερα στην ΠΣΟ, μια μικρή συνεταιριστική, συνδικαλιστική κίνηση, στη Σιβηρία, πέντε (5) χιλιάδων περίπου ανθρώπων. Στη Δαμασκό, επίσης, τροποποιήθηκε το καταστατικό της ΠΣΟ για τις ανάγκες της λεγόμενης ανανέωσης, που ήταν τότε του συρμού. Με βάση τις καταστατικές αλλαγές που δίνουν το δικαίωμα εγγραφής στην ΠΣΟ οργανώσεων, αλλά και συνδικαλιστικών κινήσεων και επιτροπών, εργοστασιακών και συντονιστικών συνδικαλιστικών κινημάτων, πρόσφατα το ΠΑΜΕ υπέβαλε αίτηση εγγραφής στην ΠΣΟ η οποία εγκρίθηκε.

Παρ' όλες τις δυσκολίες, τις πιέσεις και τις διώξεις τελικά η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία δε διαλύθηκε, επειδή, κύρια, δυνάμεις από τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και την Ινδία, είδαν σχετικά έγκαιρα τις αρνητικές για τους λαούς τους εξελίξεις στις συνθήκες της Νέας Ιμπεριαλιστικής Τάξης Πραγμάτων. Την είδαν σαν αποκούμπι, σαν μια μικρή και αδύναμη σπίθα που μπορεί να εξελιχτεί σε ταξικό πόλο για το Παγκόσμιο Συνδικαλιστικό Κίνημα, προχωρώντας μέσα από αντιφάσεις, ζιγκ - ζαγκ, λάθη και αδυναμίες.

Λίγους μήνες αργότερα, στη Λισαβόνα, στο Συνέδριο της CGTP ΙΝΤΕΡΣΙΝΤΙΚΑΛ, χωρίς ψηφοφορία, επικυρώθηκε η αποχώρηση των Πορτογάλων από την ΠΣΟ και η εγγραφή τους στην Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων. Αξίζει να αναφερθεί ότι τη στιγμή ακριβώς που οι ηγέτες των Πορτογάλων εισηγούνταν στο Συνέδριό τους την επικύρωση της αποχώρησης, 1.500 σύνεδροι όρθιοι χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν φωνάζοντας ρυθμικά τα αρχικά της ΠΣΟ στη γλώσσα τους.
Αμέσως μετά το Συνέδριο της Δαμασκού, η ΠΣΟ, με το επιχείρημα ότι δεν κατέβαλε κάποιο χρηματικό ποσό, εκδιώχθηκε από τα γραφεία που επί δεκαετίες διατηρούσε στα γραφεία του ΟΗΕ - Διεθνές Γραφείο Εργασίας στη Γενεύη. Παρ' όλα αυτά τα χρόνια που ακολούθησαν η ΠΣΟ καταφέρνει να ξαναπατήσει γερά στη Λατινική Αμερική, να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή, να κερδίζει έδαφος συνεχώς σε Αφρική και Ασία. Στην Ευρώπη η κατάσταση ακόμα παραμένει ιδιαίτερα αρνητική.

Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώθηκε και στο τελευταίο 14ο Παγκόσμιο Συνέδριο της ΠΣΟ που πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί από τις 23 έως και τις 28 Μάρτη 2000, όπου αντιπρόσωποι από 70 χώρες συγκεντρώθηκαν, συζήτησαν τα επίκαιρα προβλήματα που απασχολούν το Διεθνές Συνδικαλιστικό Κίνημα και ψήφισαν αποφάσεις, που σε γενικές γραμμές κινούνται σε ταξική, αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική τροχιά. Ξεκαθαρίστηκαν σε σωστή κατεύθυνση οι θέσεις της οργάνωσης απέναντι στην πολιτική των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, του Διεθνούς Κεφαλαίου και των Πολυεθνικών.

Σήμερα μπορεί κάποιος χωρίς υπερβολή να πει ότι από την ΠΣΟ δε λείπουν οι σωστές γενικά θέσεις. Αυτό που λείπει είναι η ΔΡΑΣΗ και ο Αγωνιστικός ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ σε επίπεδο ηπείρων, αλλά και σε παγκόσμια διάσταση. Η αδυναμία αυτή εντοπίστηκε σαν η κυρίαρχη στο Συνέδριο της Ινδίας και ο εντοπισμός αποτελεί ίσως μια αφετηρία για δουλιά στην κατεύθυνση να κατακτά το ρόλο του Ταξικού Συνδικαλιστικού Πόλου σε διεθνές επίπεδο. Η διστακτικότητα και οι ταλαντεύσεις της ηγεσίας της ΠΣΟ εκφράστηκαν και πρόσφατα στις διαδηλώσεις της Πράγας, όπου από έλλειψη προσανατολισμού στη ΔΡΑΣΗ δε συνέβαλε όπως όφειλε και μπορούσε στην οργάνωση και το άπλωμα των αντικαπιταλιστικών διαδηλώσεων.

Πάντως η κατάσταση του Διεθνούς Ταξικού Συνδικαλιστικού Κινήματος θα ήταν σαφώς πιο θετική αν τα κινέζικα συνδικάτα με τον όγκο και το ειδικό βάρος τους αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν την τακτική των ίσων αποστάσεων ανάμεσα στην ΠΣΟ και τη ΔΣΕΣ.


Του
Γιώργου ΜΑΥΡΙΚΟΥ*
* Ο Γ. Μαυρίκος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ


πηγή: Ριζοσπάστης

20.1.12

Ιεραρχία των Μισθών, μέρος β΄

Μαρξ – Ένγκελς
«Για τον συνδικαλισμό. Το περιεχόμενο των διεκδικήσεων»
Μέρος Πρώτο, κεφ.7, σελ. 58 - 64

Για τον τρόπο σκέψης των καλλιεργημένων τάξεων, από τις οποίες κατάγεται ο κύριος Ντύρινγκ – και όχι ο Μαρξ – είναι τερατώδες να πιστεύεις πως μια μέρα δεν θα υπάρχει πια χειρώνακτας ή αρχιτέκτονας εξ επαγγέλματος, και πως εκείνος ο άνθρωπος που, για μισή ώρα θα΄χει δώσει κατευθυντήριες αρχιτεκτονικές σκέψεις, θα σπρώχνει για άλλο τόσο χρόνο το καροτσάκι, μέχρι να ξαναχρειαστεί η αρχιτεκτονική του δραστηριότητα. Τί όμορφος σοσιαλιστικός είναι, αλήθεια, εκείνος που διαιωνίζει τους επαγγελματίες χειρώνακτες!

Αν η ισοδυναμία του χρόνου εργασίας σημαίνει πως κάθε εργάτης παράγει ίσες αξίες σε ίσους χρόνους, χω΄ρις να παρθεί εκ των προτέρων κάποιο μέτρο, τότε αυτό προφανώς, είναι λάθος. Το προϊόν του χρόνου εργασίας, ανάλογα με την ένταση της εργασάις και την επιτηδειότητα θα είναι πάντοτε διαφορετικής αξίας για δύο εργάτες, έστω και αν δουλεύουν στον ίδιο κλάδο. Δεν υπάρχει οικονομική κοινότητα, τουλάχιστον στο δικό μας θεσπέσιο σώμα, που να μπορεί να θεραπεύσει αυτή την δυσκολία, που δεν υπάρχει εξ άλλου, παρά μόνο για ανθρώπους σαν τον Ντύρινγκ.

Τι απομένει λοιπόν, με αυτές τις συνθήκες, από όλη την ισοδυναμία της εργασίας των όλων και του ενός; Τίποτε περισσότερο από ένα αλώνισμα, ώσπου το μόνο που μένει σε σχέση με την οικονομία είναι η αδυναμία του κυρίου Ντύρινγκ να διακρίνει ανάμεσα στον καθορισμό της αξίας με την εργασία και στον καθορισμό της αξίας με τον μισθό – τίποτα περισσότερο α΄αυτό το ουκάζιο, θεμελιώδη νόμο της νέας οικονομικής κοινότητας: για ίσο χρόνο εργασίας, ίσος μισθός!

Οι παλιοί κομμουνιστές εργάτες της Γαλλίας και του Βάιλινγκ δίνανε, τουλάχιστον, καλύτερες αιτίες για να δικαιολγήσουν την ισότητα των μισθών τους [31]

Πώς λύνεται έκτοτε το σημαντικότερο πρόβλημα της μεγαλύτερης αμοιβής της σύνθετης εργασίας; Στην κοινωνία των ιδιωτών παραγωγών, τα έξοδα της απόκτησης της ικανότητας για ειδικευμένη εργασία τα αναλαμβάνουν ιδιώτες ή οι οικογένειες τους. Στους ιδιώτες, λοιπόν, γυρνά αρχικά η μεγαλύτερη τιμή της ειδικευμένης εργατικής δύναμης: ο επιτήδειος σκλάβος πουλιέται ακριβότερα, κι ο επιτήδειος μισθωτός αμοίβεται ακριβότερα [32]

Στην κοινωνία που θα είναι σοσιαλιστικά οργανωμένη, τα έξοδα θα τα αναλαμβάνει η κοινωνία. Σ΄αυτήν λοιπόν θα ανήκουν οι καρποί, από την στιγμή που θα παράγονται οι μεγαλύτερες αξίες της σύνθετης εργασίας. Ο ίδιος ο εργάτης δεν έχει συμπληρωματικό δικαίωμα. Και, με την ευκαιρία, η ηθική της ιστορίας αυτής παραμένει πως δικαίωμα του εργάτη στο «συνολικό προϊόν της εργασίας», όποια κι αν είναι η πέρασή του δεν είναι δίχως εμπόδια..

Παρατηρήσαμε προηγουμένως πως σε σχέση με το προτσές αξιοποίησης, ειναι εντελώς αδιάφορο αν η ιδιοποιούμενη από τον καπιταλιστή εργασία είναι απλή και μέση εργασία ή σύνθετη εργασία ανώτερου ειδικού βάρους. [33]

Η εργασία που θεωρείται σαν ανώτερη και σύνθετη εργασία, σε σχέση με την μέση κοινωνική εργασία, ειναι η έκφραση μιας εργατικής δύναμης, της οποίας το κόστος για να αποκτηθεί είναι υψηλότερο και που έχει κατά συνέπεια, αξία ανώτερη από εκείνη της απλής εργατικής δύναμης. Αν η αξία της δύναμης αυτής είναι υψηλότερη, εκφράζεται προφανώς, για ένα ίδιο χρονικό διάστημα, σε αξίες υψηλότερες αναλογικά.

Όποιος και να είναι ο βαθμός διαφοράς ανάμεσα στην εργασία του κλώστη και του τεχνίτη κοσμημάτων, το μέρος της εργασίας, στο οποίο ο τεχνίτης παράγει υπεραξία για το αφεντικό του, δεν διαφέρει σε τίποτε ποιοτικά από το μέρος της εργασίας, στο οποίο δεν κάνει τίποτα περισσότερο, από του να αντικαθιστά την αξία του δικού του μισθού. Και μετά, όπως και πριν, η υπεραξία δεν προέρχεται παρά από την επέκταση της διάρκειας του προτσές της εργασίας, που είναι ίδια είτε πρόκειται για το προτσές παραγωγής νημάτων, είτε πρόκειται για το προτσές παραγωγής κοσμημάτων.

Η διάκριση ανάμεσα σε σύνθετη και απλη εργασία στηρίζεται εν μέρει σε καθαρές φαντασιώσεις ή τουλάχιστον σε διαφορές που δεν έχουν, εδώ και πολύ καιρό, καμιά πραγματική υπόσταση και επιβιώνουν μόνο χάρη σε αραδοσιακές συμβάσεις. Εν μέρει, πάλι, στηρίζεται στην δίχως άμυνα θέση ορισμένων στρωμάτων της εργατικής τάξης, στα οποία επιτρέπει λιγότερο από άλλα, να αποσπούν την αξία της εργατικής τους δύναμης.

Οι τυχαίες περιστάσεις παίζουν εδώ ένα τόσο μεγάλο ρόλο, που οι ίδιοι τύποι εργασιών έχουν εντελώς διαφορετική μοίρα. Όταν για παράδειγμα, ο φυσικός οργανισμός της εργατικής τάξης μειώνεται ή εξαντλείται σχετικά, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες αναπτυγμένης καπιταλιστικής παραγωγής, διαπιστώνεται στις εργασίες που απαιτούν μονάχα δύναμη, με το να χρειάζονται περισσότερη μυϊκη δύναμη, εκτιμούνται διαφορετικά και ανεβαίνουν στην κλίακα, ενώ οι πιο επιτηδευμένες δουλειές πέφτουν στο επίπεδο της απλής εργασίας. Έτσι στην Αγγλία η εργασία ενός οικοδόμου έχει μια πολυ καλυτερη θέση από εκείνη ενός δημιουργού. Από την άλλη, η εργασία ενός δασοκόμου θεωρείται απλή εργασία, έστω κι αν χρειάζεται πολυ περισσότερες σωματικές προσπάθειες και επιπλέον, απαιτεί να είσαι πολύ υγιής.

Εν πάσει περιπτώσει, δεν πρέπει να φαντάζεται κανείς πως η λεγόμενη ανώτερη εργασία καταλαμβάνει μια σημαντική θέση στην εργασία ενός έθνους. Σύμφωνα με υπολογισούς του Λαινγκ, υπήρχνα το 1843 στην Αγγλία, συμπεριλαμβανομένης της Ουαλλίας, 11.350.00 κάτοικοι και η ύπαρξή τους στηριζόταν στην απλή εργασία.

Αναφέροντας ένα εκατομμύριο φτωχούς, απατεώνες, εγκληματίες, πόρνες κ.λ.π από τα δεκαοχτώ εκατομμύρια που αποτελούσαν τον πληθυσμό την εποχή που έγραφε όλα αυτά, μένουν 4.650.000 για την μέση τάξη, συμπεριλαμβανομένων των μικροεισοδηματιών, των υπαλλήλων, των συγγραφέων, των καλλιτεχνών, των δασκάλων κ.λ.π για να βγάλει τα 4.65 αυτά εκατομμύρια, υπολογίζει μέσα στο εργαζόμενο τμήμα της μέσης τάξης, εκτός από τους τραπεζίτες, τους χρηματιστές κ.λ.π και τους πιο καλοπληρωμένους εργοστασιακούς εργάτες! Οι οικοδόμοι φιγουράρουν ανάμεσα στους εργάτες που υψώνονται στην δεύτερη δύναμη, του απομένουν λοιπόν, 11.300.000 που προαναφέρθηκαν και που αποκτουν την επιβίωση τους από την απλή εργασία.

«Η μεγάλη τάξη που δεν έχει να δώσει για την αποκατάσταση της τροφής της παρά συνηθισμένη εργασία, συγκροτεί την μεγαλύτερη μάζα του λαού»
(Τζαίημς Μιλλ, Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια, 1831)



28. Βλ. Ένγκελς, « Απλή καί σύνθετη έργασία», στόΑντι-Ντύριγκ, κεφ.VI.

29. Τό άπόσπασμα αύτό είναι άπό τόΚεφάλαιο,
βιβλίο πρώτο, τόμος πρώ-τος. Editions Sociales 1950.

30. Ώς τό 1926, έποχή πού σοσιαλισμός ύπήρχε μόνο σέ μιά χώρα. Δέν άμφίσβητιόταν άν ή ρωσική οικονομία ήταν σοσιαλιστική, έπειδήχρησιμοποιούσε χρήμα, μισθούς, πλατιά συσσώρευση, άγορά κα άκόμα μεγάλους τομείς προκαπιταλιστικής παραγωγής. Δέν υπήρχετίποτα μή φυσιολογικό σ' αυτήν, γιατί ή δικτατορία τοϋ προλεταριά-του συνεπάγεται οικονομικές καί ταξικές άντιφάσεις, κυρίως σέ
μιάκαθυστερημένη χώρα, πρώτο σκαλί πρός τήν παγκόσμια έπανάστασηκι δχι πρώτη χώρα σοσιαλιστικής οίκονομίας.θέλονται καί όφείλοντας νά δείξει πώς οί «σοσιαλιστικές»έπιτεύξεις στή Ρωσία αύξηση τού άριθμοϋ τοϋ μισθωτών, δρα τοϋκεφαλαίου, έξάπλωση τής Ιεραρχίας τών μισθών, τής αυτονομίαςτών έπιχειρήσεων, άρα τών τάξεων, βαθύτερη διαίρεση έργασίας,δηλαδή άντίθεση άνάμεσα στή χειρωνακτική καί τήν πνευματική έρ-γασία, τήν βιομηχανία καί τή γεωργία κ.λπ είναι ένα μοντέλο γιάτούς έργάτες όλόκληρου τοϋ κόσμου, τό λεγόμενο κομμουνιστικόκίνημα άνογκάστηκε. πολύ φυσικά, νά παραποιήσει τίς οικονομικέςδιεκδικήσεις τοϋ παγκόσμιου προλεταριάτου, άντικαθιστώντας τάμαρξιστικά συνθήματα, μέ τά συντηρητικά άστικά συνθήματα

31. Στό άρθρο του πάνω στήν
Πρόοδο τής κοινωνικής μεταρρύθμισηςστήν Εύρωπαϊκή "Ηπειρο,οπου ό "Ενγκελς παρουσιάζει στούς"Αγγλους έργάτες τή σοσιαλιστική έξέλιξη στήν ήπειρο, ξεκαθαρίζειπώς: «"Ενας Γερμανός ρεπουμπλικάνος, ό Μπέρνε, ύποστήριξε μέ λογική πώς τό ταλέντο, άντί νά. άμοίβεται. θά 'πρεπε νά θεωρείταισάν ένα προνόμιο τής φύσης καί, άπό τό γεγονός αύτό, νά μειώνεταιάπό τήν άμοιβή τοϋ προνομιούχου, μόνο κα( μόνο γιά νά έπιτευχθεϊ ήΙσότητα». (4 Νοεμβρίου 1843).

32. Στίς χώρες πού βρίσκονται στό στάδιο τοϋ κρατικού καπιταλισμού,δέν άναλαμθάνουν πιά τά έξοδα αύτά Ιδιώτες, έξ αίτιας τής πλατιάς διάδοσης τού συστήματος τών ύποτροφίών. Έν πάση περιπτώσειδέν είναι δουλειά τού καπιταλισλμού νά διαχειριστεί τή βιομηχανία και τίς λειτουργίες τοϋ καπιταλισμού, είτε παραγωγικές είναι είτε Αντιπαραγωγικές, οϋτε νά δικαιολογήσει τά εισοδήματα τών άλλωντάξεων, στίς όποιες άντιτίθενται τά έργατικά συμφέροντα. Έκ τών πραγμάτων, ό "Ενγκελς μιλά έδώ μόνο γιά τή διαμόρφωση τής ειδι-κευμένης έργασίας. Τό Ιδιο. στίς συνεδριάσεις γιά τήν έκπαίδευση, ό Μάρξ καί ή Πρώτη Διεθνής δέν άσχολήθηκαν παρά μόνο μέ τήν παρα-γωγική τάξη κα( ύποστήριξαν ένα καθαρά ταξικό έκπαιδευτικό σύ-στημα. Ή άνώτερη έκπαίδευση δέν άποτελεϊ άντικείμενο φροντίδας τών έργατικών όργανώσεων: δέν έχει λόγο νά είναι δωρεάν, λέει όΜάρξ. Άκόμα κι άν ή κολλεκτίβα άνελάμθανε τήν εύθύνη της, ol μισ-θοί πού θά εΙσέπραττε τό προνομιούχο αύτό στρώμα θά συνέχιζαν νά είναι μεγαλύτεροι άπό τούς μισθούς τών έργατών, δπως τό δείχνει ή πείρα τόσο στή Σουηδία δσο καί στή Ρωσία

33. Βλ. Μάρξ,Τό Κεφάλαιο,I, τόμος 1, σελ. 197.

πηγή: Π.Βήχος

Ιεραρχία των Μισθών, μέρος α΄

Μαρξ – Ένγκελς
«Για τον συνδικαλισμό. Το περιεχόμενο των διεκδικήσεων»
Μέρος Πρώτο, κεφ.7, σελ. 58 - 64

Ο χρόνος επιτρέπει να χειριστούμε τη κίνηση σαν ποσότητα. Ο χρόνος εργασίας εκφράζει λοιπόν την εργασία κάτω από ποσοτική οπτική γωνιά. Με δεδομένη την ποιότητα εργασίας, δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί, παρά με τη διάρκειά της. Ο χρόνος εργασίας βρίσκει λοιπόν την κλιμάκωση του στον τρόπο μέτρησης του χρόνου: ώρα, ημέρα, εβδομάδα κ.λ.π [27].

Ο χρόνος εργασίας είναι ο ζωντανός χρόνος, αλλά ανεξάρτητα από τη μορφή του, το περιεχόμενο του και την ειδικότητά του. Πρόκειται για εργασία βιωμένη κάτω από την ποσοτική και μετρήσιμη πλευρά της.

Για να κατανοηθεί το μέτρο της ανταλλακτικής αξίας με το χρόνο της εργασίας, πρέπει να συγκρατηθούν τα ακόλουθα θεμελιώδη σημεία: η αναγωγή στην απλή εργασία, ο ειδικός τρόπος με τον οποιο η εργασία που δημιουργεί ανταλλακτική αξία, δηλαδή εμπορεύματα, είναι κοινωνική εργασία, και τέλος, η διαφορά ανάμεσα στην εργασία που εκφράζεται σε αξίες χρήσεις και την εργασία που εκφράζεται σε ανταλλακτική αξία.

Για να μετρηθεί η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων, σύμφωνα με τον χρόνο εργασίας που περιέχουν, πρέπει οι διάφορες εργασίες να αναχθούν με την σειρά τους σε μια ομογενή, απλή, αδιαφοροποίητη εργασία, με δυό λόγια, σε μια εργασία που έχει μια και μόνο ποιότητα και δεν διακρίνεται, παρά μόνο από την ποσότητά της.

Η αναγωγή αυτή φαίνεται σαν αφαίρεση, μα πρόκειται για μια αφαίρεση που γίνεται κάθε μέρα πράξη στο προτσές της κοινωνικής παραγωγής. Στην συνέχεια, η ανάλυση όλων των εμπορευμάτων σε χρόνο εργασίας δεν είναι μεγαλύτερη αφαίρεση, ούτε λιγότερο αληθινή, από την ανάλυση των οργανικών σωμάτων σε αέρα. Πράγματι η εργασία μετρημένη έτσι με τον χρόνο, δεν εμφανίζεται σαν εργασία πολλών ατόμων, αλλά τα πολλά αυτά άτομα, εμφανίζονται σαν απλά όργανα της εργασίας. Ή ακόμα, θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την εργασία έτσι όπως εκδηλώνεται στην ανταλλακτική αξία, δηλαδή σαν γενική ανθρώπινη εργασία.

Η αφαίρεση αυτή της γενικής ανθρώπινης εργασίας υπάρχει μέσα στην μέση εργασία που κάθε μέσο άτομο μιας δεδομένης κοινωνίας μπορεί να πραγματοποιήσει και αποτελεί μια παραγωγική δαπάνη, που καθορίζεται από τους μυς, τα νεύρα, το ανθρώπινο μυαλό κ.λ.π πρόκειται για απλή εργασια που μπορεί να εκπληρώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ο χαρακτήρας της μέσης αυτής εργασίας ποικίλει ανάλογα με τις χώρες και τα επίπεδα πολιτισμού αλλά όμως αποτελεί ένα δεδομένο σε κάθε κοινωνία. Η απλή εργασία αποτελεί την σημαντικότερη μάζα από το σύνολο της εργασίας της κοινωνίας της αστικής τάξης, πράγμα για το οποίο μπορούμε να πειστούμε από οποιαδήποτε στατιστική.

Το να παράγει ο Α σίδηρο για 6 ώρες και ύφασμα για 6 ώρες και ο Β να παράγει επίσης σίδηρο για 6 ώρες και ύφασμα για 6 ώρες ή ο Α να παράγει σίδηρο για 12 ώρες και ο Β ύφασμα για 12 ώρες, είναι προφανές πως πρόκειται για διαφορετική εργασία με ίδιο χρόνο εργασίας.

Τι είναι όμως η σύνθετη εργασία που ξεπερνά το μέσο επίπεδο ή εργασία μεγαλύτερης έντασης και ειδικού βάρους; Η εργασία αυτή αναλύεται σε μια σύνθεση απλής εργασίας, σε πιο έντονη απλή εργασία, ακριβώς όπως μια ημέρα σύνθετης εργασίας ισοδυναμεί για παράδειγμα σε τρεις ημέρες απλής εργασίας. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τους νόμους που ρυθμίζουν αυτή την αναγωγή μα είναι προφανές πως πραγματοποιείται. Πράγματι σαν ανταλλακτική αξία, το προϊόν της πιο σύνθετης εργασίας είναι , με καθορισμένες αναλογίες, ισοδύναμο του προϊόντος της μέσης απλής εργασίας, δηλαδή βρίσκεται σε σχέση ισότητας με μια ποσότητα της απλής αυτής εργασίας.

Το απόσπασμα του κειμένου του Μαρξ, που προκαλεί την «βίαιη οργή» του κυρίου Ντύρινγκ, είναι πολύ σύντομο.[28]

Ο Μαρξ αναλύει σ΄αυτό, τι καθορίζει την αξία των εμπορευμάτων και συμπεραίνει: η εργασία που περιέχουν. Συνεχίζει:

«Πρόκειται για μια δαπάνη απλής εργατικής δύναμης, που κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, δίχως ειδική μόρφωση, κατέχει κατά μέσο όρο μες στον οργανισμό του σώματος του [...]
Η σύνθετη εργασία είναι μια εντονότερη εργασία ή καλύτερα: πολλαπλασιασμένη απλή εργασία, έτσι ώστε μια δεδομένη ποσότητα σύνθετης εργασίας να αντιστοιχεί σε μια μεγαλύτερη ποσότητα απλής εργασίας. Η πείρα δείχνει πως η αναγωγή αυτή πραγματοποιείται διαρκώς. Αν ένα εμπόρευμα είναι προϊόν της συνθετότερης εργασίας, η αξία του το ανάγει σε μια καθορισμένη αναλογία με το προϊόν της απλής εργασίας του οποίου δεν εκπροσωπεί, λοιπόν, παρά μια δεδομένη ποσότητα. Οι μεταβλητές αναλογίες με τις οποίες τα διάφορα είδη εργασίας ανάγονται στην απλή εργασία, σαν μονάδα μέτρησης, συγκροτούνται μέσα στην κοινωνία εν αγνοία των παραγωγών και τους φαίνονται σαν παραδοσιακές συμβάσεις...»[29]


Έτσι, η εργασία δεν είναι πάντα μια συνηθισμένη δαπάνη απλής ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός ειδών εργασίας υπαγορεύει την ανάγκη ικανοτήτων και γνώσεων που αποκτήθηκαν με λιγότερο ή περισσότερο κόπο, σε λιγότερο ή περισσότερο χρόνο και με λιγότερα ή περισσότερα έξοδα. Δημιουργούν , τα είδη αυτά σύνθετης εργασίας, την ίδια ανταλλακτική αξία μέσα στον ίδιο χρόνο με την απλή εργασία, την δαπάνη απλής εργατικής δύναμης; Προφανώς όχι!

Το προϊόν μιας ώρας σύνθετης εργασίας είναι ένα εμπόρευμα μεγαλύτερης αξίας, διπλάσιας ή τριπλάσιας σε σύγκριση με το προϊόν μιας ώρας απλής εργασίας. Η αξία των προϊόντων της σύνθετης εργασίας εκφράζεται χάρη σ΄αυτή την σύγκριση με καθορισένες ποσότητες απλής εργασίας, αλλά η αναγωγή αυτή της σύνθετης εργασίας γίνεται με ένα κοινωνικό προτσές, που εξελίσσεται εν αγνοία των παραγωγών, με μια λειτουργία που μπορούμε να διαπιστώσουμε στην έκφραση της θεωρίας της αξίας, μα που δεν μπορούμε ακόμα να εξηγήσουμε...

Είναι αλήθεια πως σύμφωνα με την θεωρία του Ντύρινγκ, ο χρόνος της χρησιμοποιημένης εργασίας μπορεί να μετρήσει την αξία των οικονομικών προϊόντων μέσα στην οικονομική τους κοινότητα, αλλά θα πρέπει να εκτιμηθεί a priori ο χρόνος εργασίας του καθενός, σαν απόλυτα ίσος, μια και κάθε χρόνος εργασίας δίχως εξαίρεση και κατ΄αρχήν, είναι απόλυτα ισοδύναμος, χωρίς μάλιστα να έχουμε βγάλει προηγουμένως μέσον όρο.

Ας αντιπαραθέσουμε, τώρα, τον ριζικά εξισωτικό αυτό σοσιαλισμό με την δυσνόητη έννοια του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία ο χρόνος εργασίας του τάδε ανθρώπου περιέχει, καθαυτό, περισσότερη αξία από εκείνον κάποιου άλλου, ακριβώς επειδή μια μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας βρίσκεται συμπυκνωμένη μέσα του. Είναι μια έννοια απ΄την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, μια και είναι γνωστός ο παραδοσιακός τρόπος σκέψης των «καλλιεργημένων» τάξεων, στις οποίες φαίνεται οπωσδήποτε τερατώδες να αναγνωρίσουν πως ο χρόνος εργασίας ενός χειρώνακτα και εκείνου ενός αρχιτέκτονα, είναι απόλυτα ισοδύναμος, από οικονομικής πλευράς!

Δυστυχώς, ο Μαρξ συνεχίζει στο απόσπασμα του «Κεφαλαίου», που αναφέρθηκε προηγουμένως, με την ακόλουθη μικρή σημείωση:

«Ο αναγνώστης θα έχει παρατηρήσει πως δεν τίθεται εδώ θέμα για τον μισθό ή την αξία που ο εργάτης εισπράττει για μια εργάσιμη ημέρα, αλλά για την αξία του εμπορεύματος μέσα στην οποία πραγματοποιείται η εργάσιμη αυτή ημέρα»

Ο Μαρξ που υποπτεύθηκε τον Ντύρινγκ, προφυλάσσεται από κάθε χρήση των θέσεών του, ακόμα και για τον μισθό που θα πληρωθεί σε αντάλλαγμα για την σύνθετη εργασία στην σημερινή κοινωνία. Αλλά ο κύριος Ντύρινγκ, χωρίς να είναι ευχαριστημένος που το κάνει χωρίς την συμφωνία του Μαρξ, παρουσιάζει τις θέσεις αυτές σαν αρχές, σύμφωνα με τις οποίες θα ήθελε ο Μαρξ να ρυθμιστεί η διανομή των μέσων επιβίωσης μέσα στην οργανωμένη, σοσιαλιστική κοινωνία. Πρόκειται για μια επαίσχυντη πλαστογραφία, που δεν βρίσκει το ίσο της, παρά μόνο στη φιλολογία της απειλής.[30]

Ας ασχοληθούμε, εν τούτοις, λίγο περισσότερο με την θεωρία της ισοδυναμίας. Κάθε χρόνος εργασίας είναι απόλυτα ισοδύναμος, τόσο εκείνος του χειρώνακτα, όσο και κείνος του αρχιτέκτονα. Πράγμα που σημαίνει πως ο χρόνος εργασίας, δηλαδή η ίδια η εργασία, περιέχει μια αξία.

Η εργασία, όμως ,παράγει όλες τις αξίες. Εκείνη δίνει στα προϊόντα που υπάρχουν στη φύση μιαν αξία με την οικονομική έννοια, μια και η αξία καθαυτή δεν είναι τίποτα περισσότερο από την έκφραση της κοινωνικά αναγκαίας ανθρώπινης εργασίας, αντικειμενοποιημένης μέσα σε ένα πράγμα. Η εργασία δεν μπορεί λοιπόν να έχει αξία. Το να μιλάς για μια αξία εργασίας και να θες να την καθορίσεις, δεν έχει περισσότερη έννοια απ΄ότι να μιλάς για την αξία της αξίας, ή να θες να καθορίσεις το βάρος, όχι ενός σώματος που ζυγίζει κάμποσο, αλλά της ίδιας της βαρύτητας.

Ο κυριος Ντύρινγκ ξεμπερδεύει μονομιάς με ανθρώπους σαν τον Όουεν, τον Σαίν Σιμόν, τον Φουριέ, χαρακτηρίζοντάς τους κοινωνικούς αλχημιστές. Αναφερόμενος στην αξία του χρόνου εργασίας – ή της εργασίας – αποδεικνύει πως βρίσκεται, ακόμα, πολύ χαμηλότερα από τους πραγματικούς αυτούς αλχημιστές. Εύκολα βλέπουμε το τουπέ του Ντύρινγκ, που βάζει τον Μαρξ να λέει ότι ο χρόνος εργασίας του ενός περιέχει περισσότερη αξία από του άλλου, σαν να περιέχει ο χρόνος εργασίας – δηλαδή η εργασία – μια αξία. Και ο Ντύρινγκ βάζει τα λόγια αυτά στο στόμα του Μαρξ, που πρώτος υποστήριξε πως η εργασία δεν μπορεί να έχει αξία και εξήγησε γιατί!

Είναι πολύ σημαντικό για τον σοσιαλισμό που θέλει να χειραφετήσει την ανθρώπινη εργατίκή δύναμη από την κατάστασή της του εμπορεύματος να καταλάβει καλά πως η εργασία δεν έχει αξία και πως δεν μπορεί να αποκτήσει, γιατί τούτο σημαίνει την συντριβή όλων των προσπαθειών που ο κύριος Ντύρινγκ κληρονόμησε από τον πρωτόγονο εργατικό σοσιαλισμό, ο οποίος ήθελε να ρυθμίσει την μελλοντική κατανομή των μέσων ύπαρξης με μια μεγαλύτερη αμοιβή και επιπλέον, όλα αυτά επιτρέπουν να γίνει κατανοητό πως η κατανομή – στο μέτρο που κυριαρχείται από καθαρά οικονομικές εκτιμήσεις – θα ρυθμιστεί σύμφωνα με το συμφέρον της παραγωγής, η οποία ευθύνεται στο maximum από ένα τρόπο παραγωγής που επιτρέπει σε όλα τα μέλη της κοινωνίας να αναπτυχθούν, να διατηρήσουν και να ασκήσουν τα δικαιώματα τους στο σύνολό τους.


πηγή: Π.Βήχος

12.1.12

ΠΕΟ – ΠΑΜΕ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ










Συνάντηση της ΠΕΟ και αντιπροσωπείας του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου Ελλάδας (ΠΑΜΕ)

Τα προβλήματα των εργαζομένων σε Κύπρο και Ελλάδα αλλά και η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στα εργασιακά σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο, ήταν τα θέματα που συζητήθηκαν σε συνάντηση που είχε ο Γ.Γ. και το Εκτελεστικό Γραφείο της ΠΕΟ με αντιπροσωπεία του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου Ελλάδας (ΠΑΜΕ) αποτελούμενη από τον Επικεφαλής της Εκτελεστικής Γραμματείας Γιώργο Πέρρο και τον Υπεύθυνο Διεθνών Σχέσεων Γιώργο Ποντικό.

Η συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου στα Γραφεία της ΠΕΟ στη Λευκωσίας, εντάσσεται στο πλαίσιο των στενών και διαχρονικών σχέσεων των δύο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων και σε αυτή συζητήθηκαν επίσης κοινές δράσεις για προστασία των εργαζομένων τόσο σε τοπικό επίπεδο όσο και μέσα από την Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία (ΠΣΟ), της οποίας είναι μέλη.

Μετά από τη συνάντηση ο Γ.Γ. της ΠΕΟ Πάμπης Κυρίτσης και ο Επικεφαλής της Εκτελεστικής Γραμματείας του ΠΑΜΕ Γιώργος Πέρρος σε δηλώσεις που έκαναν προς τα ΜΜΕ επεσήμαναν το γεγονός ότι η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε σε μια πολύ σημαντική περίοδο για το Εργατικό Κίνημα της Κύπρου και της Ελλάδας, το οποίο καλείται να είναι σε εγρήγορση για να μπορέσει να προστατεύσει τους εργαζόμενους από τις επιθέσεις που δέχονται συνεχώς από το κεφάλαιο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Επίθεση ενάντια στις Συμβάσεις και προσπάθεια υποτίμησης της αξίας της εργασίας

Όπως τόνισε ο Γ.Γ. της ΠΕΟ, «είχαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις, προβληματισμούς και εμπειρίες σε ότι αφορά τις επιθέσεις που δέχονται σήμερα οι εργαζόμενοι». Όπως εξήγησε, παρά το γεγονός ότι η κρίση έχει χτυπήσει την Ελλάδα οξύτερα και τα προβλήματα των εργαζομένων εκεί είναι πολύ μεγαλύτερα, εντούτοις διαπιστώθηκε ότι η ουσία των προβλημάτων είναι κοινή. «Είναι οι ίδιοι ακριβώς κύκλοι που επιτίθενται στους εργαζόμενους, οι κύκλοι του κεφαλαίου, οι οποίοι έχουν τους ίδιους στόχους παντού, και που δεν είναι άλλοι από το να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης και τις επιπτώσεις της στους εργαζόμενους. Παράλληλα, μερίδα εργοδοτών χρησιμοποιούν την οικονομική κρίση ως μια ευκαιρία για να αμφισβητήσουν και να υποσκάψουν εργατικά δικαιώματα που έχουν κερδηθεί με αγώνες», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η επίθεση, σύμφωνα με τον Γ.Γ. της ΠΕΟ, στρέφεται στο θεσμό των Συλλογικών Συμβάσεων και γίνεται συντονισμένη προσπάθεια για υποτίμηση της αξίας της εργασίας.

Συναυλία στη Λευκωσία για στήριξη των απεργών στην Ελληνική Χαλυβουργία

Ο Π. Κυρίτσης είπε ότι στο πλαίσιο της κοινής δράσης των δύο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, η ΠΕΟ προτίθεται να διοργανώσει σύντομα μια συναυλία στη Λευκωσία με την παρουσία εκπροσώπων των εργαζομένων στην Ελληνική Χαλυβουργία, οι οποίοι απεργούν για 2,5 και πλέον μήνες. «Στόχος της εκδήλωσης θα είναι η έκφραση της αλληλεγγύης και της συμπαράστασης των Κυπρίων εργαζομένων προς τους απεργούς αλλά και η οικονομική τους στήριξη των απεργών», είπε.
Σημειώνουμε ότι δεν ήταν λίγες οι φορές στο διάστημα αυτό που έμπρακτα η ΠΕΟ στάθηκε στο πλευρό των απεργών στην Ελληνική Χαλυβουργία αφού στελέχη της επισκέφθηκαν τους απεργούς εκφράζοντας την συμπαράσταση και την αλληλεγγύη της Ομοσπονδίας αλλά και στηρίζοντας οικονομικά τον αγώνα τους.

Κοινή δράση στα πλαίσια της ΠΣΟ

Σε ότι αφορά την Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας, της οποίας η ΠΕΟ και το ΠΑΜΕ είναι ενεργά μέλη, ο Π. Κυρίτσης είπε ότι στη συνάντηση τονίστηκε η ανάγκη κοινής δράσης και συντονισμού στα πλαίσια της Ομοσπονδίας, με στόχο την δημιουργία κοινού μετώπου των εργαζομένων σε όλη την Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Σημειώνουμε ότι ο Γ.Γ. της ΠΣΟ Γιώργος Μαυρίκος είναι ηγετικό στέλεχος του ΠΑΜΕ και η ΠΕΟ έχει την ευθύνη συντονισμού του Ευρωπαϊκού Περιφερειακού Γραφείου της Ομοσπονδίας.
Όπως τόνισε ο Γ.Γ. της ΠΕΟ στους δημοσιογράφους, «έχουμε συμφωνήσει μέτρα ενίσχυσης αυτής της δραστηριότητας και συγκεκριμενοποίησης περαιτέρω της δουλειάς μας στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι Πανευρωπαϊκά».

Στη συνέχεια αναφερόμενος στην Συνομοσπονδία των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, που είναι ο επίσημος συνομιλητής της Ε.Ε., είπε πως η δράση της δεν ικανοποιεί τις δύο Συνδικαλιστικές Οργανώσεις, αφού θεωρούν πως οι απόψεις και οι αντιδράσεις της δεν είναι εκείνες που χρειάζονται στις συγκεκριμένες συνθήκες για να αντιμετωπιστεί και να αναχαιτιστεί η επίθεση που δέχεται το Κίνημα των εργαζομένων Παγκόσμια και Πανευρωπαϊκά.
«Αντίθετα, σε πολλά ζητήματα αυτά τα Συνδικάτα δημιουργούν προϋποθέσεις με τη στάση τους για να περνούν αντεργατικές πολιτικές», είπε.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να σηκώσουν ανάστημα

Από την πλευρά του ο Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΠΑΜΕ Γιώργος Πέρρος είπε ότι η συνάντηση ΠΕΟ-ΠΑΜΕ, που γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κρίση είναι σε εξέλιξη, δείχνει την ανάγκη της κοινής δράσης και στάσης των δύο Οργανώσεων απέναντι στην συντονισμένη επίθεση ενάντια στη ζωή και τα δικαιώματα της Εργατικής Τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. «Η προπαγάνδα που αναπτύσσεται για να υπάρχει διάσπαση ανάμεσα στους εργαζόμενους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και η άποψη που προωθείται ότι πρέπει ο δημόσιος τομέας να φθάσει στα επίπεδα του ιδιωτικού τομέα δεν πρέπει να περάσει», επεσήμανε.

Ο Γ. Πέρρος είπε ότι το ΠΑΜΕ θέλει να ενισχύσει περαιτέρω τις σχέσεις του με την ΠΕΟ και με τους εργαζόμενους της Κύπρου οι οποίοι και αυτοί με τη σειρά τους δίνουν μια δύσκολη μάχη. Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έτυχε από τους εκπροσώπους της ΠΕΟ σχετικά με τις προσπάθειες που έγιναν από μερίδα κομμάτων της αντιπολίτευσης να χτυπηθούν εργατικά δικαιώματα, που όμως με την παρέμβαση της ΠΕΟ αποσοβήθηκαν.
«Θεωρούμε ότι υπάρχει περίπτωση να γίνει προσπάθεια να έρθουν κι άλλα αντεργατικά μέτρα, αλλά ξέρουμε ότι στην ηγεσία της Κυπριακής κυβέρνησης είναι ο Δημήτρης Χριστόφιας, οπόταν προφανώς θα κάνει προσπάθειες να τα παρεμποδίσει», είπε ο Γ. Πέρρος.
Όπως ανέφερε ο Επικεφαλής του ΠΑΜΕ, η επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους προέρχεται από το κεφάλαιο, τους πολιτικούς του υπηρέτες που είναι οι κυβερνήσεις των χωρών (και στην Ελλάδα συγκυβερνούν τρία κόμματα που έχουν κοινή γραμμή στο κτύπημα των δικαιωμάτων και της ζωής της Εργατικής Τάξης), την Ε.Ε., τα μεγάλα μονοπώλια και τις πολυεθνικές.

«Η επίθεση, ανεξάρτητα από την ένταση, είναι σχεδόν η ίδια σε όλες τις χώρες και πρέπει να υπάρχει κοινή δράση και απάντηση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Δηλώνουμε πως δεν πρέπει να γίνει κανένας διάλογος με τους σφαγείς των δικαιωμάτων μας και να μην ληφθεί κανένα νέο μέτρο σε βάρος των εργαζομένων. Την κρίση πρέπει να την πληρώσουν αυτοί που την δημιούργησαν που είναι το κεφάλαιο, οι βιομήχανοι, οι ολιγαρχία του πλούτου και οι εργαζόμενοι πρέπει να σηκώσουν ανάστημα, να αναπτύξουν αγώνες και να απαιτήσουν τις σύγχρονες ανάγκες τους. Χρειάζεται ένα κίνημα ανυπακοής, ρήξης με αυτές τις πολιτικές, κίνημα ενιαίας αντεπίθεσης των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων», κατέληξε ο Γ. Πέρρος.