Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.

Ζοζέ Σαραμάγκου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.7.13

ΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΣ - Β.Ι.Λένιν


1. Η νέα εποχή και ο νέος κοινοβουλευτισμός
Στην αρχή (στην εποχή της Πρώτης Διεθνούς), η στάση των σοσιαλιστικών κομμάτων σχετικά με τον κοινοβουλευτισμό συνίστατο στο να χρησιμοποιούν τα αστικά κοινοβούλια για την προπαγάνδα. Τη συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό έργο την έβλεπαν από την άποψη της ανάπτυξης της συνείδησης της τάξης, δηλαδή του ξυπνήματος της εχθρότητας των προλεταριακών τάξεων εναντίον των τάξεων που κατέχουν την εξουσία. Ο τρόπος αυτός της αντιμετώπισης των τάξεων υπάρχει όχι υπό την επίδραση μιας θεωρίας, αλλά υπό την επίδραση της πολιτικής προόδου. Χάρη στην αδιάκοπη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και στην επέκταση του επιπέδου της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο καπιταλισμός στερεώθηκε παρά πολύ, το ίδιο έγινε και για τα κοινοβουλευτικά κράτη.
Απ' αυτό προέρχονται η προσαρμογή της κοινοβουλευτικής τακτικής των σοσιαλιστικών κομμάτων προς τη νομοθετική δράση των αστικών Κοινοβουλίων, η διαρκώς αυξάνουσα σημασία του αγώνα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων μέσα στο περιθώριο του καπιταλισμού, η επικράτηση του λεγόμενου «μίνιμουμ» προγράμματος των σοσιαλιστικών κομμάτων και η χρησιμοποίηση ενός «μάξιμουμ» προγράμματος που απέβλεπε σ' έναν απομακρυσμένο «τελικό σκοπό». Πάνω σ' αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν έπειτα τα συμπτώματα του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, της διαφθοράς, της φανερής ή κρυφής προδοσίας των πιο στοιχειωδών συμφερόντων της εργατικής τάξης.
Η Τρίτη Διεθνής εξετάζει τον κοινοβουλευτισμό όχι από την άποψη μιας νέας θεωρίας, αλλά σχετικά με τη μεταβολή που πρέπει να γίνει στο ρόλο του κοινοβουλευτισμού. Στην προηγούμενη εποχή, το κοινοβούλιο, ως πράκτορας του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, έπαιξε, οπωσδήποτε, σπουδαίο ιστορικό ρόλο, σημείωσε μια πρόοδο. Αλλά στους σημερινούς όρους του αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού, το Κοινοβούλιο έγινε όργανο ψευτιάς, κατεργαριάς, βίας και εκνευριστικής φλυαρίας. Αν έχουμε υπόψη μας τους εξοπλισμούς, τις κλεψιές, τις βίες, τις καταστροφές, τις ληστείες που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός, οι κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις του σημερινού συστήματος δεν έχουν καμιά σταθερότητα και λογική βάση κι έχουν χάσει κάθε πρακτική σημασία.
Οπως ολόκληρη η αστική κοινωνία, έτσι κι ο κοινοβουλευτισμός έχασε όλη του τη σταθερότητα. Η ξαφνική μετάβαση από την οργανική στην κριτική περίοδο δημιουργεί καινούρια βάση για την τακτική του προλεταριάτου όσον αφορά τον κοινοβουλευτισμό. Ετσι, το ρωσικό εργατικό Κόμμα (οι μπολσεβίκοι) είχε ήδη από πριν καθορίσει τις βάσεις του επαναστατικού κοινοβουλευτισμού, γιατί από το 1905, η Ρωσία είχε χάσει την πολιτική και την κοινωνική της ισορροπία και είχε μπει σε μια περίοδο καταιγίδων και ανατροπών.
Οταν μερικοί σοσιαλιστές, αρνούμενοι τον κομμουνισμό, επιμένουν ότι για τις χώρες τους δεν έφτασε ακόμη η στιγμή της κοινωνικής επανάστασης και δε θέλουν, προς το παρόν, να χωριστούν από τους οπορτουνιστές κοινοβουλευτικούς, ξεκινάνε από μια συνειδητή ή ασυνείδητη εκτίμηση της σημερινής εποχής, που τη θεωρούν ως περίοδο σχετικής στερεότητας της ιμπεριαλιστικής κοινωνίας και γι' αυτό το λόγο υποθέτουν ότι ο συνασπισμός με τον Τουράτι και με τον Λονγκέ θα μπορούσε να 'χει κάποια πρακτικά αποτελέσματα στον αγώνα τους για τις μεταρρυθμίσεις.
Μόλις φανεί, ο κομμουνισμός πρέπει ν' αρχίσει να εξηγεί θεωρητικώς το χαρακτήρα της εποχής του (ζενίθ του καπιταλισμού, τάσεις του ιμπεριαλισμού ν' αρνείται τον εαυτό του και να καταστρέφεται μόνος του, ακράτητη αύξηση της έντασης του εμφύλιου πολέμου κλπ.). Οι πολιτικές μορφές, σχηματισμοί και καταστάσεις μπορεί να διαφέρουν στις διάφορες χώρες, αλλά, στο βάθος, η κατάσταση των πραγμάτων είναι παντού η ίδια. Εμείς πρέπει να προετοιμάσουμε αμέσως τους πολιτικούς και τεχνικούς όρους της επανάστασης που θα κάνει το προλεταριάτο για να καταστρέψει την αστική εξουσία και για να δημιουργήσει την προλεταριακή εξουσία.
Σήμερα, για τους κομμουνιστές, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι θέατρο ενός αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις, για την καλυτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης, όπως έγινε μερικές φορές στην προηγούμενη εποχή. Το κέντρο του βάρους της σημερινής πολιτικής ζωής έχει ξεπεράσει οριστικά τα κοινοβουλευτικά όρια. Εξάλλου, η αστική τάξη είναι υποχρεωμένη, όχι μόνο από τις σχέσεις που έχει με την εργαζόμενη τάξη, αλλά και με τα ίδια τα στοιχεία της, να περνάει όλες τις επιχειρήσεις κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το Κοινοβούλιο, όπου διάφορες συμμορίες τσακώνονται για την εξουσία, ξεσκεπάζοντας έτσι τη δύναμή τους, προδίδοντας τις αδυναμίες τους, σκοντάφτοντας κλπ.
Επομένως, το άμεσο ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης είναι ν' αρπάξει τους οργανισμούς αυτούς απ' τα χέρια των τάξεων που διοικούνε, να τους τσακίσει, να τους καταστρέψει και στη θέση τους να δημιουργήσει όργανα της προλεταριακής εξουσίας. Το επαναστατικό επιτελείο της εργατικής τάξης ενδιαφέρεται επίσης να έχει τους φωστήρες του μέσα στα αστικά κοινοβουλευτικά σώματα, για να ευκολύνει το καταστρεπτικό του έργο.
Ετσι θα δουν όλοι την ουσιώδη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της τακτικής των κομμουνιστών, που μπαίνουν στο Κοινοβούλιο με σκοπό επαναστατικό και της τακτικής του κοινοβουλευτικού σοσιαλιστή. Ο κοινοβουλευτικός σοσιαλιστής αναγνωρίζει τη σχετική σταθερότητα του σημερινού συστήματος. Εργάζεται για να πετύχει με κάθε θυσία μεταρρυθμίσεις, ενδιαφέρεται οι κατακτήσεις των μαζών να περαστούν στο λογαριασμό του σοσιαλιστικού κοινοβουλευτισμού και να θεωρηθούν ως υπηρεσίες που αυτός προσέφερε (Τουράτι, Λονγκέ και Σία). Ο παλιός κοινοβουλευτισμός αντικαταστάθηκε από τον καινούριο, που είναι όργανο προορισμένο να καταστρέψει γενικώς τον κοινοβουλευτισμό. Τα αντιφατικά στοιχεία της παλιάς κοινοβουλευτικής τακτικής σπρώχνουν μερικά επαναστατικά στοιχεία στο στρατόπεδο εκείνων που είναι αντίπαλοι του κοινοβουλευτισμού (Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου, επαναστάτες συνδικαλιστές, Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας).
Οι θέσεις, που δέχτηκε για το ζήτημα αυτό το Β' Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι οι ακόλουθες:
2. Ο κομμουνισμός, ο αγώνας για τη δικτατορία του προλεταριάτου και η χρησιμοποίηση του αστικού κοινοβουλίου
1. Ο κοινοβουλευτισμός, ως κυβερνητικό σύστημα, είναι δημοκρατική μορφή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Σε μια ορισμένη στιγμή της ανάπτυξής του έχει ανάγκη από μια ψευτολαϊκή αντιπροσωπεία, που, μολονότι παρουσιάζεται σαν οργάνωση της κοινωνικής θέλησης ανεξαρτήτως τάξεων, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μηχανή καταναγκασμού και καταπίεσης στα χέρια του κυρίαρχου κεφαλαίου.
2. Ο κοινοβουλευτισμός είναι ορισμένη μορφή του κυβερνητικού συστήματος. Γι' αυτό ποτέ δεν ταιριάζει στην κομμουνιστική κοινωνία, που δεν ξέρει ούτε τάξεις ούτε πάλη τάξεων ούτε κανένα είδος κυβερνητικής εξουσίας.
3. Ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να 'ναι ούτε η μορφή της κυβέρνησης του προλεταριακού κράτους στη μεταβατική περίοδο που πάει από τη δικτατορία της αστικής τάξης στη δικτατορία του προλεταριάτου. Στο πιο οξύ σημείο της πάλης των τάξεων, όταν η πάλη αυτή μεταβάλλεται σε εμφύλιο πόλεμο, το προλεταριάτο πρέπει κατ' ανάγκη να δημιουργήσει την κυβερνητική του οργάνωση ως οργάνωση «μάχης», στην οποία δε θ' αφήσει να χωθεί κανένας αντιπρόσωπος των παλιών κυρίαρχων τάξεων, κάθε δήθεν λαϊκή θέληση, κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, είναι βλαβερή για το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν έχει ανάγκη από τον κοινοβουλευτικό χωρισμό των εξουσιών, που μπορεί να είναι ολέθριος. Η σοβιετική δημοκρατία είναι η μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.
4. Τα αστικά κοινοβούλια, που αποτελούν ένα από τα κυριότερα ελατήρια της κυβερνητικής μηχανής της αστικής τάξης, δεν μπορούν να κατακτηθούν, όπως γενικά το αστικό κράτος δεν μπορεί να κατακτηθεί από το προλεταριάτο. Το καθήκον του προλεταριάτου είναι να σπάσει και να καταστρέψει την αστική κυβερνητική μηχανή, στην οποία περιλαμβάνονται και τα κοινοβουλευτικά σώματα, είτε είναι δημοκρατικά είτε συνταγματικά μοναρχικά.
5. Το ίδιο θα γίνει και για τους δημοτικούς και κοινοτικούς οργανισμούς που δεν είναι σωστό να τους θεωρούμε αντίθετους θεωρητικώς προς τα κυβερνητικά όργανα. Πράγματι, ο μηχανισμός τους είναι απαράλλακτος με τον κυβερνητικό μηχανισμό της αστικής τάξης και οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να καταστραφούν από το προλεταριάτο και ν' αντικατασταθούν από τα τοπικά Σοβιέτ αντιπροσώπων εργατών.
6. Ο κομμουνισμός, λοιπόν, αρνείται κάθε μέλλον στον κοινοβουλευτισμό, δεν τον δέχεται ως μορφή της δικτατορίας της τάξης του προλεταριάτου, δεν παραδέχεται πως είναι δυνατό να κατακτηθούν τα Κοινοβούλια, έχει ως σκοπό την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού. Γι' αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ζήτημα χρησιμοποίησης των αστικών κυβερνητικών οργανισμών παρά μόνο με το σκοπό της καταστροφής τους. Μ' αυτή, και μόνο μ' αυτή την έννοια μπορεί να τεθεί το ζήτημα.
7. Κάθε αγώνας τάξεων είναι αγώνας πολιτικός, γιατί στο τέλος είναι αγώνας για την εξουσία. Κάθε απεργία που απλώνεται σε μια ολόκληρη χώρα, γίνεται απειλή για την αστική κυβέρνηση, και γι' αυτό ακριβώς αποκτάει πολιτικό χαρακτήρα. Η προσπάθεια για την ανατροπή της αστικής τάξης και το τσάκισμα του κράτους με κάθε μέσο είναι υποστήριξη πολιτικού αγώνα. Η δημιουργία ενός κυβερνητικού μηχανισμού καταναγκασμού «τάξης» εναντίον της ανυπότακτης αστικής τάξης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο μηχανισμός αυτός, είναι κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.
8. Ο πολιτικός, λοιπόν, αγώνας δε συνοψίζεται καθόλου στο ζήτημα της στάσης μας έναντι του κοινοβουλευτισμού. Περιλαμβάνει ολόκληρο τον αγώνα της τάξης του προλεταριάτου, εφόσον ο αγώνας αυτός παύει να είναι τοπικός και μερικός, και τείνει στην ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος.
9. Η βασική μέθοδος της πάλης του προλεταριάτου εναντίον της αστικής τάξης, δηλαδή εναντίον της κυβερνητικής της εξουσίας, είναι πρώτα πρώτα η μέθοδος της δράσης κατά μάζες. Η δράση αυτή οργανώνεται και διευθύνεται από τις οργανώσεις των μαζών του προλεταριάτου (Σωματεία, Κόμματα, Σοβιέτ) υπό τη γενική οδηγία του στέρεα ενωμένου, πειθαρχικού και συγκεντρωτικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι πόλεμος. Στον πόλεμο αυτό, το προλεταριάτο πρέπει να 'χει ένα σώμα πολιτικών αξιωματικών, ένα καλό πολιτικό επιτελείο, που διευθύνει όλες τις επιχειρήσεις σ' όλους τους κλάδους της δράσης.
10. Ο αγώνας των μαζών αντιπροσωπεύει ολόκληρο σύστημα ενεργειών, που αναπτύσσονται, ζωογονούνται από την ίδια τη μορφή τους και οδηγούν λογικά στην επανάσταση κατά του καπιταλιστικού κράτους. Στον αγώνα αυτό των μαζών, που μοιραίως μεταβάλλεται σε εμφύλιο πόλεμο, το Κόμμα που διευθύνει το προλεταριάτο πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να ενισχύει πίσω του όλες τις νόμιμες θέσεις, να τις κάνει στέρεα στηρίγματα της επαναστατικής του δράσης και να τις υποτάσσει στο κύριο σχέδιο της εκστρατείας, δηλαδή στον αγώνα των μαζών.
11. Ενα τέτοιο στέρεο στήριγμα είναι το βήμα του αστικού Κοινοβουλίου. Δεν πρέπει να προβάλλουμε εναντίον της συμμετοχής στην κοινοβουλευτική δράση την αστική ιδιότητα του κυβερνητικού οργανισμού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει μέσα στη Βουλή, όχι να κάνει δράση οργανωτική, αλλά να υποσκάψει από μέσα την κυβερνητική μηχανή και την ίδια τη Βουλή. (Παραδείγματα: η δράση του Λίμπκνεχτ στη Γερμανία, των μπολσεβίκων στην τσαρική Δούμα, στη «Δημοκρατική Συνέλευση», στο «προκοινοβούλιο του Κερένσκι» και, τέλος, στη «Συντακτική Εθνοσυνέλευση» καθώς και στους δήμους).
12. Η κοινοβουλευτική αυτή δράση, που κυρίως συνίσταται στη χρησιμοποίηση του κοινοβουλευτικού βήματος για το σκοπό της επαναστατικής προπαγάνδας για την καταγγελία των στρατηγημάτων του αντιπάλου, για την πολιτική συγκέντρωση των μαζών κλπ., πρέπει να υποτάσσεται τελείως στους σκοπούς και στα έργα του ομαδικού αγώνα που γίνεται έξω από το Κοινοβούλιο.
13. Αν οι κομμουνιστές πάρουν την πλειοψηφία στους κοινοτικούς οργανισμούς, πρέπει: α) να αντιπολιτεύονται την κεντρική αστική εξουσία, β) να κάνουν ό,τι μπορούν για να εξυπηρετούν το φτωχότερο μέρος του πληθυσμού (οικονομικά μέτρα, εισαγωγή ή προσπάθεια εισαγωγής οπλισμένης εργατικής εθνοφρουράς κλπ.), γ) να δείχνουν σε κάθε ευκαιρία τα εμπόδια που βάζει το αστικό κράτος για τις ριζικές μεταρρυθμίσεις, δ) πάνω σ' αυτή τη βάση να αναπτύξουν επαναστατική προπαγάνδα όσο το δυνατό έντονη, χωρίς να φοβηθούν τη σύγκρουση με την κυβερνητική εξουσία, ε) ν' αντικαταστήσουν, σ' ορισμένες περιπτώσεις, τα κοινοτικά όργανα με τοπικά εργατικά Σοβιέτ. Ολη, λοιπόν, η δράση των κομμουνιστών πρέπει ν' αποτελεί μέρος του γενικού έργου της καταστροφής του καπιταλιστικού συστήματος.
14. Και η προεκλογική δράση πρέπει να γίνεται όχι με το πνεύμα της επιτυχίας όσο το δυνατό περισσότερων βουλευτικών θέσεων, αλλά με το πνεύμα της κινητοποίησης των μαζών με τα συνθήματα της προλεταριακής επανάστασης. Η προεκλογική δράση δεν πρέπει να γίνεται μόνο από τους κορυφαίους του Κόμματος, αλλά από το σύνολο των μελών του Κόμματος. Κάθε κίνημα των μαζών πρέπει να χρησιμοποιείται (απεργίες, διαδηλώσεις, ταραχές μέσα στους στρατιώτες και τους ναύτες κλπ.). Ολες οι προλεταριακές οργανώσεις πρέπει να σπρώχνονται σε μια ζωηρή δράση.
15. Υπό τέτοιους όρους, η κοινοβουλευτική δράση βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη σιχαμένη κοινοβουλευτική δράση που κάνουν τα σοσιαλιστικά κόμματα όλων των χωρών, των οποίων οι βουλευτές μπαίνουν στη Βουλή για να υποστηρίζουν ένα «δημοκρατικό» Σύνταγμα, ή το πολύ πολύ για να το «κατακτήσουν». Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δεχτεί παρά μόνο την επαναστατική χρησιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού, όπως μας την έδειξαν ο Καρλ Λίμπκνεχτ και οι μπολσεβίκοι.
16. Ο καταρχήν, λοιπόν, αντικοινοβουλευτισμός, δηλαδή η απόλυτη και κατηγορηματική άρνηση της συμμετοχής στις εκλογές και στην επαναστατική κοινοβουλευτική δράση, είναι παιδιακίστικη και απλοϊκή αντίληψη, που δεν μπορεί να αντισταθεί στην κριτική. Προέρχεται από μια βαθιά αποστροφή για τους κοινοβουλευτικούς πολιτευόμενους, αποστροφή που δημιουργείται γιατί υποθέτουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικός κοινοβουλευτισμός. Εκτός τούτου, η γνώμη αυτή βασίζεται πάνω σε μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για το ρόλο του Κόμματος, που στην περίπτωση αυτή δε θεωρείται ως η συγκεντρωτική εργατική πρωτοπορία στον αγώνα, αλλά ως μια αποκεντρωτική οργάνωση αποτελούμενη από επαναστατικά τμήματα που δε συνδέονται καλά μεταξύ τους.
17. Εξάλλου, η ανάγκη της πραγματικής συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις δεν προέρχεται καθόλου από την καταρχήν αναγνώριση της επαναστατικής δράσης στο Κοινοβούλιο. Στο ζήτημα αυτό, όλα εξαρτώνται από ένα σωρό ειδικούς όρους. Σε μια ορισμένη στιγμή μπορεί να είναι ανάγκη να φύγουν οι κομμουνιστές από τη Βουλή. Αυτό κάνανε οι μπολσεβίκοι όταν άφησαν το προκοινοβούλιο του Κερένσκι, για να το καταστρέψουν, για να του αφαιρέσουν κάθε δύναμη και να του αντιτάξουν πιο ζωηρά το Σοβιέτ της Πετρούπολης μια μέρα πριν τεθούν επικεφαλής της επανάστασης, το ίδιο κάνανε στη Συντακτική Εθνοσυνέλευση την ημέρα της διάλυσής της, φεύγοντας απ' αυτή και πηγαίνοντας στο Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Σ' άλλες περιπτώσεις, μπορεί να 'ναι ανάγκη να μποϊκοταριστούν οι εκλογές ή να γίνει αμέσως επίθεση εναντίον της αστικής κοινοβουλευτικής κλίκας ή να λάβουμε μέρος στις εκλογές, αλλά να μην πάμε στη Βουλή κλπ.
18. Ετσι, μολονότι αναγνωρίζει κατά γενικό κανόνα την ανάγκη της συμμετοχής στις εκλογές, τόσο για τη Βουλή όσο και για τα όργανα της τοπικής εξουσίας, καθώς και την ανάγκη να κάνει κομμουνιστική δράση μέσα σ' αυτά τα σώματα, το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να παίρνει το ζήτημα αυτό συγκεκριμένα και να λαβαίνει υπόψη του τους ιδιαιτέρους όρους κάθε στιγμής. Το μποϊκοτάζ των εκλογών ή της Βουλής καθώς και η αποχώρηση από τη Βουλή είναι μέσα στα οποία μπορεί να 'ναι χρήσιμο να καταφύγουμε, προπάντων όταν βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σύνολο όρων που μας επιτρέπουν ν' αρχίσουμε αμέσως τον ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας.
19. Είναι απαραίτητο να έχουμε σταθερά υπόψη μας τη μικρή σχετική σημασία του ζητήματος αυτού. Αν το κέντρο του βάρους βρίσκεται στον αγώνα για την κυβερνητική εξουσία που γίνεται έξω από το Κοινοβούλιο, είναι φανερό ότι η προλεταριακή δικτατορία και ο αγώνας των μαζών για την πραγματοποίηση της δικτατορίας αυτής δεν έχουν τίποτα να κάνουν με το ιδιαίτερο ζήτημα της χρησιμοποίησης του κοινοβουλευτισμού.
20. Γι' αυτό η Κομμουνιστική Διεθνής βεβαιώνει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο ότι θεωρεί έγκλημα προς το εργατικό κίνημα κάθε σχίσμα ή απόπειρα σχίσματος μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα που ακολουθούν αυτό το δρόμο. Το Συνέδριο κάνει έκκληση σ' όλους εκείνους που παραδέχονται τον αγώνα των μαζών υπέρ της δικτατορίας του συγκεντρωτικά οργανωμένου επαναστατικού προλεταριάτου, που θα χρησιμοποιήσει όλη του την επιρροή μέσα σ' όλες τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, για να πραγματοποιήσει την τέλεια ενότητα των κομμουνιστικών στοιχείων, παρ' όλες τις ασυμφωνίες που μπορούν να υπάρξουν για το ζήτημα του κοινοβουλευτισμού.
3. Για την επαναστατική κοινοβουλευτική τακτική
Είναι ανάγκη:
1. Το Κομμουνιστικό Κόμμα στο σύνολό του και η Κεντρική του Επιτροπή να εξασφαλιστούν γενικώς στην προεκλογική περίοδο για την ειλικρίνεια και την αξία του υποψηφίου. Η Κεντρική Επιτροπή πρέπει να 'ναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις της κοινοβουλευτικής ομάδας. Πρέπει να έχει το αναμφισβήτητο δικαίωμα να απομακρύνει οποιονδήποτε υποψήφιο υποδεικνυόμενο από οποιαδήποτε οργάνωση, αν νομίζει ότι ο υποψήφιος αυτός δε θα μπορούσε να εκπληρώσει την κομμουνιστική του εντολή.
Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει ν' αφήσουν τη συνήθεια να εκλέγουν για βουλευτές προπάντων εκείνους που αντιπροσωπεύουν ελεύθερα επαγγέλματα, δηλαδή δικηγόρους κλπ. Κατά κανόνα πρέπει να παίρνουν τους υποψήφιους μέσα από τους εργάτες, χωρίς να φοβούνται την κομμουνιστική τους απειρία.
Τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρέπει να διώχνουν με αλύπητη περιφρόνηση τα συμφεροντολογικά στοιχεία που γλιστράνε μέσα στο Κόμμα την παραμονή των εκλογών, μόνο και μόνο για να μπούνε στη Βουλή. Οι Κεντρικές Επιτροπές πρέπει να εγκρίνουν τις υποψηφιότητες εκείνων μόνο που το παρελθόν τους δίνει αναμφισβήτητες αποδείξεις για την αφοσίωσή τους προς την εργατική τάξη.
2. Μόλις τελειώσουν οι εκλογές, η οργάνωση της κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να βρεθεί τελείως στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, αδιάφορο αν η Κεντρική Επιτροπή είναι νόμιμη ή παράνομη. Η εκλογή των μελών της διοίκησης της κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να επικυρώνεται από την Κεντρική Επιτροπή. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος πρέπει να 'χει μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα αντιπρόσωπο με δικαίωμα ψήφου. Για όλα τα σπουδαία πολιτικά ζητήματα, η κοινοβουλευτική ομάδα πρέπει να ζητάει προηγουμένως οδηγίες από την Κεντρική Επιτροπή.
Η Κεντρική Επιτροπή έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να ορίζει ή να αλλάζει τους ρήτορες που πρόκειται να μιλήσουν στα σπουδαία ζητήματα. Οι ρήτορες υποβάλλουν στην έγκρισή της τις βάσεις πάνω στις οποίες θα μιλήσουν ή και ολόκληρο το κείμενο του λόγου τους.
Κάθε υποψήφιος του κομμουνιστικού συνδυασμού πρέπει να είναι υποχρεωμένος να παραιτείται μόλις το ζητήσει η Κεντρική Επιτροπή, για να μπορεί το Κόμμα να τον αντικαταστήσει σε κάθε στιγμή.
3. Στις χώρες όπου τα μεταρρυθμιστικά, μισομεταρρυθμιστικά ή απλώς συμφεροντολογικά στοιχεία έχουν χωθεί μέσα στην κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα (όπως έχει γίνει σε κάμποσες χώρες), οι Κεντρικές Επιτροπές των Κομμουνιστικών Κομμάτων πρέπει να τα διώξουν χωρίς έλεος. Μια μικρή, αλλά αληθινά κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης καλύτερα από μια ομάδα μεγάλη, αλλά χωρίς σταθερές κομμουνιστικές αρχές.
4. Κάθε κομμουνιστής βουλευτής πρέπει, κατά την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, να συνδυάζει την παράνομη με τη νόμιμη δράση. Στις χώρες όπου οι κομμουνιστές βουλευτές έχουν ακόμα, σύμφωνα με τους αστικούς νόμους, τη βουλευτική ασυλία, πρέπει να χρησιμοποιούν την ασυλία αυτή για την παράνομη οργάνωση και δράση του Κόμματος.
5. Οι παραμικρότερες πράξεις των κομμουνιστών βουλευτών μέσα στη Βουλή πρέπει να υποτάσσονται στη μη κοινοβουλευτική εργασία του Κόμματος. Νομοσχέδια καθαρά επιδεικτικά και καμωμένα όχι για να γίνουν δεκτά από την αστική τάξη, αλλά για προπαγάνδα και δημιουργία κίνησης, μπορούν να υποβάλλονται σύμφωνα με οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής.
6. Στις διαδηλώσεις που οργανώνουν οι εργάτες στους δρόμους και σε οποιαδήποτε άλλη επαναστατική εκδήλωση, οι βουλευτές έχουν υποχρέωση να βρίσκονται επικεφαλής των εργατικών μαζών και να τις οδηγούνε.
7. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει με κάθε μέσο να βρίσκονται σε επαφή (υπό τον έλεγχο του Κόμματος) με τους εργάτες, τους χωρικούς και κάθε είδους εργαζόμενους ανθρώπους, ποτέ δεν πρέπει να ενεργούν σαν τους σοσιαλιστές βουλευτές που φροντίζουν να βρίσκονται σε ρουσφετολογικές σχέσεις με τους εκλογείς τους. Πρέπει πάντα να βρίσκονται στη διάθεση των κομμουνιστικών οργάνων για το έργο της προπαγάνδας στη χώρα.
8. Κάθε κομμουνιστής βουλευτής πρέπει να καταλάβει καλά ότι δεν είναι νομοθέτης που πρέπει να συνεννοηθεί με άλλους νομοθέτες, αλλά προπαγανδιστής του Κόμματος. Ο κομμουνιστής βουλευτής είναι υπεύθυνος όχι μπροστά στην ανώνυμη μάζα των εκλογέων, αλλά μπροστά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, νόμιμο ή παράνομο.
9. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει μέσα στη Βουλή να μιλάνε σε γλώσσα που να την καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα, ώστε το Κόμμα να μπορεί να τυπώνει τους λόγους του σε φυλλάδια και να τα σκορπάει και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου.
10. Οι απλοί κομμουνιστές εργάτες πρέπει δίχως φόβο ν' ανεβαίνουν στο βήμα των αστικών Κοινοβουλίων, χωρίς ποτέ να παραχωρούν τη θέση τους σε καλύτερους κοινοβουλευτικούς ρήτορες - και αν ακόμη οι εργάτες αυτοί βρίσκονται στην αρχή του κοινοβουλευτικού τους σταδίου. Εν ανάγκη, οι εργάτες βουλευτές διαβάζουν απλώς τους λόγους τους, που προορίζονται να δημοσιευτούν από τον Τύπο ή σε χωριστά φυλλάδια.
11. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει να χρησιμοποιούν το κοινοβουλευτικό βήμα για να ξεσκεπάζουν όχι μόνο την αστική τάξη και τους επίσημους υπηρέτες της, αλλά τους σοσιαλπατριώτες, τους μεταρρυθμιστές πολιτευόμενους του κέντρου και, εν γένει, κάθε αντίπαλο του κομμουνισμού και για να κάνουν πλατιά προπαγάνδα των ιδεών της Τρίτης Διεθνούς.
12. Οι κομμουνιστές βουλευτές, ακόμα και όταν είναι πολύ λίγοι, πρέπει να προκαλούν την αστική κοινωνία και να μην ξεχνάνε ποτέ ότι άξιος του ονόματος κομμουνιστής είναι μονάχα εκείνος, που όχι με λόγια, αλλά με έργα, δείχνει πως είναι θανάσιμος εχθρός της αστικής κοινωνίας και των σοσιαλπατριωτών υπηρετών της.

ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Ο Β.Ι. ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ"

2.4.12

Δημοκρατία Αστική και Δημοκρατία Προλεταριακή


V.I. Lenin
Δημοκρατία αστική και δημοκρατία προλεταριακή

Απόσπασμα από το βιβλίο του Λένιν
Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι

[...] Το ζήτημα που μπέρδεψε ο Κάουτσκι με τόσο απαίσιο τρόπο παρουσιάζεται στην πραγματικότητα έτσι:

Είναι φανερό πως δε μπορούμε να μιλάμε για «καθαρή δημοκρατία» όσο υπάρχουν διαφορετικές τάξεις, εκτός πια αν κοροϊδεύουμε την κοινή λογική και την ιστορία. Μονάχα για ταξική δημοκρατία μπορούμε να μιλάμε. Ας πούμε σε παρένθεση πως «καθαρή δημοκρατία» δεν είναι μόνο μια φράση αμαθούς που δεν καταλαβαίνει τίποτα από ταξική πάλη, ούτε από τη φύση του κράτους, αλλά και μια φράση τρεις φορές κούφια, γιατί στην κομμουνιστική κοινωνία η δημοκρατία, αφού εκφυλιστεί και γίνει συνήθεια, θα σβήσει χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ «καθαρή δημοκρατία»).

Η «καθαρή δημοκρατία» δεν είναι παρά υποκριτική φράση φιλελεύθερου, προορισμένη να εξαπατήσει τους εργάτες. Η ιστορία ξέρει μονάχα την αστική δημοκρατία που αντικατέστησε το φεουδαλισμό και την προλεταριακή δημοκρατία που θ’ αντικαταστήσει την αστική.

Όταν ο Κάουτσκι αφιερώνει δεκάδες σελίδες για ν’ «αποδείξει» αυτή την αλήθεια, πως η αστική δημοκρατία αποτελεί πρόοδο σε σχέση με το μεσαίωνα και ότι το προλεταριάτο πρέπει να την εκμεταλλευτεί απολύτως στην πάλη του εναντίον της αστικής τάξης, να κι άλλη ακόμη φιλελεύθερη φλυαρία, προορισμένη να εξαπατήσει τους εργάτες, γιατί είναι ολοφάνερη αλήθεια τόσο στην απολίτιστη Ρωσία όσο και στην πολιτισμένη Γερμανία. Ο Κάουτσκι ρίχνει τη «σοφή» του σκόνη στα μάτια των εργατών, παίρνει ύφος σοβαρό, για να μας μιλήσει για το Βάϊτλιγκ ή για τους Ιησουΐτες της Παραγουάης και πολλά άλλα πράγματα για να περάσει στα μουγκά την αστική φύση της σύγχρονης δημοκρατίας, δηλαδή της καπιταλιστικής δημοκρατίας.

Απ’ το μαρξισμό ο Κάουτσκι παίρνει μονάχα ό,τι είναι παραδεχτό για τους φιλελεύθερους, για την αστική τάξη (κριτική του μεσαίωνα, προοδευτικός ιστορικός ρόλος του καπιταλισμού γενικά και της καπιταλιστικές δημοκρατίας ιδιαίτερα) και πετάει στη μπάντα, περνάει στα μουγκά, θολώνει το κάθε τι στο μαρξισμό που είναι απαράδεχτο για την αστική τάξη ( ). Να γιατί, από τη θέση που κατέχει πραγματικά κι όποιες κι αν είναι οι υποκειμενικές του πεποιθήσεις, ο Κάουτσκι αποδείχνεται αναπόφευκτα λακές της αστικής τάξης.

Η αστική δημοκρατία, μ’ όλο που αποτελεί μια τεράστια ιστορική πρόοδο σε σχέση με το μεσαίωνα, μένει πάντα και δε μπορεί παρά να μένει, κάτω από το καπιταλιστικό καθεστώς, ένα σύστημα στενό, λειψό, ψεύτικο, υποκριτικό, παράδεισος για τους πλούσιους, παγίδα και απάτη για τους φτωχούς και για τους εκμεταλλευόμενους. Να η αλήθεια, που είναι η βάση της μαρξιστικής διδασκαλίας και που δεν την έχει καταλάβει ο «μαρξιστής» Κάουτσκι. Στο θεμελιακό αυτό ζήτημα ο Κάουτσκι προσφέρει χίλια φιλοφρονήματα στα πόδια της μπουρζουαζίας, αντί να αναλύσει επιστημονικά τους όρους που κάνουν κάθε αστική δημοκρατία, δημοκρατία για τους πλούσιους.

Αρχίζουμε με την υπενθύμιση στο σοφολογιότατο κύριο Κάουτσκι των θεωρητικών διακηρύξεων του Μαρξ και του Έγκελς που «ξέχασε», προς αίσχος του και προς πολύ μεγάλο όφελος της αστικής τάξης, ο εμβριθής μας· κατόπι θα φωτίσουμε το ζήτημα με τον πλατύτερο τρόπο.

«Όχι μονάχα το αρχαίο και το φεουδαλικό κράτος μα και το νεότερο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο» (παραθέσεις από το έργο του Έγκελς για το Κράτος). «Ακριβώς επειδή το κράτος είναι ένας πρόσκαιρος θεσμός που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στον αγώνα και στην επανάσταση, για να χτυπήσει τους αντίπαλούς της, είναι καθαρή ανοησία να μιλάμε για ελεύθερο λαϊκό κράτος: όσο το προλεταριάτο θά' χει ανάγκη από το κράτος, δε θα τό' χει ανάγκη για να προστατέψει την ελευθερία, μα για να τσακίσει τους αντιπάλους του· όταν θάρθει η στιγμή να μιλήσουμε για ελευθερία, τότε το κράτος θά' χει πάψει να υπάρχει σαν τέτοιο», (ο Έγκελς στο γράμμα του στο Μπέμπελ της 28 Μάρτη 1875).

«Το κράτος δεν είναι παρά μια μηχανή καταπίεσης μιας τάξης από μιαν άλλη τάξη· κι αυτό στη δημοκρατία, όσο και στη μοναρχία», (Έγκελς, από τον Πρόλογο στον Εμφύλιο Πόλεμο του Μαρξ). «Η καθολική ψηφοφορία είναι ένας δείχτης της ωριμότητας της εργατικής τάξης. Δε μπορεί να δώσει και δε θα δώσει ποτέ τίποτα παραπάνω από το νεότερο κράτος», (Έγκελς, στο έργο του για το Κράτος). Ο Κάουτσκι αναμασάει με τον πιο ανιαρό τρόπο το πρώτο μέρος αυτής της θέσης, παραδεχτό για την αστική τάξη. Το δεύτερο όμως μέρος, που το υπογραμμίσαμε και που είναι απαράδεχτο για την αστική τάξη, ο αποστάτης Κάουτσκι το περνάει στα μουγκά. «Η Κομμούνα δεν έπρεπε νάναι κοινοβουλευτική ένωση, μα όργανο εργασίας που να νομοθετεί και να εκτελεί ταυτόχρονα τους δικούς της νόμους. Αντί να ορίζουν μια φορά κάθε τρία ή κάθε τέσσερα χρόνια το μέλος της κυρίαρχης τάξης που καλούντανε να εκπροσωπήσει ή να καταπιέσει το λαό (ver - und zertreten) στο κοινοβούλιο, η καθολική ψηφοφορία έπρεπε να χρησιμοποιηθεί απ’ το λαό, για να στρατολογήσει εργάτες, επόπτες, λογιστές, για την οργανωμένη σε κομμούνες επιχείρησή του, ακριβώς όπως το ατομικό του εκλογικό δικαίωμα χρησιμεύει για τον ίδιο σκοπό, αδιάφορο σε ποιον εργοδότη», (Μαρξ, στο έργο του για την Κομμούνα του Παρισιού, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία).

Κάθε μια από τις πολύ γνωστές αυτές θέσεις στο σοφότατο κ. Κάουτσκι, τον μαστιγώνει στο πρόσωπο και ξεσκεπάζει την προδοσία του. Σ’ ολόκληρη τη μπροσούρα του δε δείχνει ο Κάουτσκι την παραμικρή προσοχή γι’ αυτές τις αλήθειες και από την αρχή ως το τέλος δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να διασύρει το μαρξισμό.

Πάρτε τους θεμελιακούς νόμους των σύγχρονων κρατών, πάρτε τις κυβερνήσεις τους, πάρτε τις ελευθερίες συγκέντρωσης ή τύπου, πάρτε την «ισότητα των πολιτών απέναντι στο νόμο» και θα δείτε σε κάθε σας βήμα την πολύ γνωστή σε κάθε τίμιο και συνειδητό εργάτη αστική δημοκρατία. Δεν υπάρχει κράτος, ακόμα και το πιο δημοκρατικό, που να μην έχει στο Σύνταγμά του κάποια χαραμάδα ή επιφύλαξη που να παρέχει στην αστική τάξη το μέσο να ρίχνει το στρατό ενάντια στους εργάτες, να κηρύχνει το στρατιωτικό νόμο κτλ., «εις περίπτωσιν διασαλεύσεως της τάξεως», δηλαδή στην παραμικρή απόπειρα της εκμεταλλευόμενης τάξης ν’ αποτινάξει τη σκλαβιά της και να προσπαθήσει να εξασφαλίσει μιαν ανθρώπινη ζωή. Ο Κάουτσκι φτιασιδώνει ξεδιάντροπα την αστική δημοκρατία και δε βγάζει λέξη για τα κατασταλτικά μέτρα που παίρνονται λ.χ. από τους πιο φιλελεύθερους και τους πιο δημοκρατικούς αστούς της Αμερικής και της Ελβετίας εναντίον των απεργών.

Ώ, όχι! Ο συνετός και σοφός Κάουτσκι δε βγάζει λέξη για όλα αυτά. Δεν καταλαβαίνει ο εμβριθής αυτός πολιτικός πως μια τέτοια σιωπή είναι δειλία. Προτιμάει να κοροϊδεύει τους εργάτες, λέγοντας τους λ.χ. πως δημοκρατία πάει να πει «προστασία της μειοψηφίας». Απίστευτο κι όμως έτσι είναι!

Το έτος 1918 μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού, πέμπτη χρονιά του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού σφαγείου και της κατάπνιξης των διεθνιστικών μειοψηφιών σ’ όλες τις «δημοκρατίες» του κόσμου (δε μιλάω βέβαια για τους άτιμους αποστάτες του σοσιαλισμού, σαν τους Ρενοντέλ και τους Λογκέ, τους Σάϊντμαν και Κάουτσκι, τους Χέντερσον και Ουέμπ κτλ.), ο σοφός κύριος Κάουτσκι υμνεί με μελίρρυτη φωνή την «προστασία της μειοψηφίας».

Αν βαστάει η καρδιά σας, μπορείτε να το διαβάσετε αυτό μ’ όλα τα ψηφία στη σελίδα 15 της μπροσούρας του Κάουτσκι. Και στη σελίδα 16 το σοφό αυτό πρόσωπο θα σας μιλήσει για τους Ουΐγους και τους Τόριδες του 18ου αιώνα στην Αγγλία.

Τί εμβρίθεια! Τί εκλεπτυσμένη δουλοπρέπεια απέναντι στην αστική τάξη! Τί πολιτισμένος τρόπος να σέρνεσαι με την κοιλιά μπροστά στους καπιταλιστές και να τους γλύφεις τις μπότες! Αν ήμουνα Κρουπ, Σάϊντμαν, Κλεμανσώ ή Ρενοντέλ, θα πλήρωνα εκατομμύρια στον κ. Κάουτσκι, θα τον αντάμειβα για τα φιλιά του Ιούδα, θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό μου μπροστά στους εργάτες, θα κήρυχνα «την ενότητα του σοσιαλιστικού μετώπου» με ανθρώπους τόσο «αξιοσέβαστους» όπως ο Κάουτσκι. Να γράφεις μπροσούρες για τη δικτατορία του προλεταριάτου, να διηγείσαι την ιστορία των Ουΐγων και των Τόριδων της Αγγλίας του 18ου αιώνα, να υποστηρίζεις πως δημοκρατία πάει να πει «προστασία της μειοψηφίας» και να σωπαίνεις για τις οργανωμένες σφαγές διεθνιστών στη λαϊκή δημοκρατία των Ενωμένων Πολιτειών, τί άλλο είναι, όλ’ αυτά από υπηρεσίες ενός λακέ προς την αστική τάξη;

Ο σοφός Κάουτσκι «ξέχασε» το δίχως άλλο από απροσεξία ένα «πραγματάκι», πως δηλαδή στην αστική δημοκρατία το κυρίαρχο κόμμα δεν παρέχει την υπεράσπιση της μειοψηφίας παρά σε ένα άλλο αστικό κόμμα, ενώ το προλεταριάτο, σε κάθε σοβαρό, βαθύ, βασικό ζήτημα, αντί για την «προστασία της μειοψηφίας», δέχεται αντάλλαγμα το στρατιωτικό νόμο και τη σφαγή.

Όσο περισσότερο αναπτυγμένη είναι η δημοκρατία, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει, σε περίπτωση πολιτικής διαφωνίας βαθιάς και επικίνδυνης για την αστική τάξη, να στραφεί προς τη σφαγή και τον εμφύλιο πόλεμο. Αυτό το «νόμο» της αστικής δημοκρατίας ο σοφός κ. Κάουτσκι θα μπορούσε να τον προσέξει με την ευκαιρία της υπόθεσης Ντρέιφους στη δημοκρατική Γαλλία ή με το λιντσάρισμα των μαύρων και των διεθνιστών στη λαϊκή δημοκρατία της Αμερικής, κατά το υπόδειγμα της Ιρλανδίας και του Όλστερ στη δημοκρατική Αγγλία, τους διωγμούς και τις οργανωμένες σφαγές εναντίον των μπολσεβίκων τον Απρίλη του 1917 στη ρωσική λαϊκή δημοκρατία. Παίρνω επίτηδες παραδείγματα όχι μόνο από την πολεμική, αλλά κι από την ειρηνική εποχή.

Ο γλυκανάλατος κ. Κάουτσκι ευχαριστιέται να κλείνει τα μάτια μπροστά στα γεγονότα αυτά του 20ού αιώνα, αλλά σ’ αντάλλαγμα προσφέρει στους εργάτες πράγματα εκπληκτικά νέα, σπουδαία, ενδιαφέροντα, ασυνήθιστα και διδακτικά, απίστευτα σημαντικά, για τους Ουΐγους και τους Τόριδες του 18ου αιώνα.

Πάρτε το αστικό κοινοβούλιο. Είναι δυνατό να παραδεχτεί κανένας πως ο Κάουτσκι δεν έχει ακούσει καθόλου ότι τα αστικά κοινοβούλια βρίσκονται σε τόσο μεγαλύτερη εξάρτηση από το χρηματιστήριο και τους τραπεζίτες, όσο περισσότερο αναπτυγμένη είναι η δημοκρατία; Απ’ αυτό δε βγαίνει βέβαια πως δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον αστικό κοινοβουλευτισμό –και οι μπολσεβίκοι τον χρησιμοποίησαν με επιτυχία όσο κανένα άλλο κόμμα του κόσμου, αφού από τα 1912 ως το 1914 κατακτήσανε ολόκληρη την εργατική αντιπροσωπία στην Τέταρτη Δούμα. Απ’ αυτό όμως βγαίνει πως μόνο ένας φιλελεύθερος είναι ικανός να ξεχάσει τη στενότητα του αστικού κοινοβουλευτισμού, όπως το κάνει ο Κάουτσκι. Ακόμα και στο πιο δημοκρατικό αστικό κράτος οι μάζες προσκρούουν στο κάθε τους βήμα σε μιαν ολοφάνερη αντίφαση ανάμεσα στην τυπική ισότητα που διακηρύχνεται απ’ τη «δημοκρατία» των καπιταλιστών και τους χίλιους δυο περιορισμούς και πραγματικές περιπλοκές που κάνουν τους προλετάριους μισθωτούς σκλάβους. Αυτή η αντίφαση ίσα - ίσα είναι που ανοίγει τα μάτια των μαζών για τη σαπίλα, την ψευτιά και την υποκρισία του καπιταλισμού. Αυτή την αντίφαση ξεσκεπάζουν ακούραστα στις μάζες οι αγκιτάτορες και οι προπαγανδιστές του σοσιαλισμού για να τις προετοιμάσουνε για την επανάσταση. Κι όταν η εποχή της επανάστασης αρχίζει, ο Κάουτσκι της γυρίζει τις πλάτες κι αρχίζει να εξυμνεί τις χάρες της αστικής δημοκρατίας που ψυχορραγεί.

Η προλεταριακή δημοκρατία που το σοβιετικό σύστημα είναι μια απ’ τις μορφές της, έδωσε στη δημοκρατία πρωτοφανή ανάπτυξη και έκταση προς όφελος των εκμεταλλευόμενων και των εργατών, προς όφελος της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Να γράφεις ολόκληρο βιβλίο για τη δημοκρατία και ν’ αφιερώνεις σαν τον Κάουτσκι μονάχα δυο σελίδες στη δικτατορία και δεκαριές σελίδες στην «καθαρή δημοκρατία» και να μην τα προσέχεις όλα αυτά, αυτό σημαίνει πως σαν αληθινός φιλελεύθερος αλλοιώνεις πέρα ως πέρα τα γεγονότα.

Πάρτε την εξωτερική πολιτική. Σε καμιάν αστική χώρα, ακόμα και στην πιο δημοκρατική, δε γίνεται φανερά. Παντού κοροϊδεύουν τις μάζες, και στη δημοκρατική Γαλλία και στην Ελβετία και στην Αμερική και στην Αγγλία, εκατό φορές πιο πλατιά και πιο ραφιναρισμένα απ’ αλλού. Η σοβιετική εξουσία ξέσκισε επαναστατικά τον πέπλο που σκέπαζε το μυστήριο της εξωτερικής πολιτικής. Ο Κάουτσκι δεν το πρόσεξε καθόλου, σωπαίνει πάνω σ’ αυτό, και όμως στην εποχή των ληστρικών πολέμων και των μυστικών συνθηκών για τις «σφαίρες επιρροής», δηλαδή για το μοίρασμα του κόσμου από τους ληστές - καπιταλιστές, το γεγονός αυτό έχει κεφαλαιώδη σημασία, γιατί απ’ αυτό εξαρτιέται η ζωή κι ο θάνατος δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων.

Πάρτε τη συγκρότηση του κράτους. Ο Κάουτσκι καταπιάνεται με «μικρολεπτομέρειες», όπως είναι οι «έμμεσες» εκλογές του σοβιετικού Συντάγματος, αλλά δε βλέπει το βάθος του ζητήματος. Δε διακρίνει ότι ο κυβερνητικός μηχανισμός ή η κυβερνητική μηχανή είναι στην ουσία ταξικά όργανα. Στην αστική δημοκρατία, με χίλια δυο τεχνάσματα, όλο και πιο εφευρετικά και πιο αποτελεσματικά, όσο η «καθαρή δημοκρατία» είναι πιο αναπτυγμένη, απομακρύνουν τις μάζες από τη συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση της χώρας, από την ελευθερία της συγκέντρωσης, του Τύπου κλπ. Πρώτη στον κόσμο ή μάλλον δεύτερη –γιατί η Κομμούνα του Παρισιού είχε κιόλας κάνει την αρχή– η εξουσία των Σοβιέτ καλεί τις εκμεταλλευόμενες μάζες στην κυβέρνηση.Χιλιάδες φραγμοί εμποδίζουνε τις εργαζόμενες μάζες να πάρουν μέρος στο αστικό κοινοβούλιο(αφήνουμε που στην αστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ αυτό που λύνει τα κεφαλαιώδη ζητήματα, μα οι τράπεζες και το χρηματιστήριο). Και οι εργάτες ξέρουν και αισθάνονται θαυμάσια, βλέπουν κι αγγίζουν με το δάχτυλο τούτη την αλήθεια, πως το αστικό κοινοβούλιο δηλαδή είναι ένας ξένος θεσμός, ένα όργανο καταπίεσης των προλετάριων από την αστική τάξη, θεσμός μιας τάξης και μιας μειοψηφίας εκμεταλλευτών.

Τα Σοβιέτ είναι η άμεση οργάνωση των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων μαζών. Τους παρέχει κάθε ευκολία να οργανώσουν το κράτος και να το κυβερνήσουν μ’ όλα τα δυνατά μέσα. Το προλεταριάτο των πόλεων, πρωτοπορία των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων, έχει το πλεονέκτημα να είναι το πιο συγκεντρωμένο, χάρη στις μεγάλες επιχειρήσεις· έχει μεγαλύτερη ευκολία να εκλέγει και να επιβλέπει αυτούς που εκλέγει. Η σοβιετική οργάνωση διευκολύνει αυτόματα την ένωση όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων γύρω από το προλεταριάτο, την πρωτοπορία τους. Ο παλιός αστικός μηχανισμός, η γραφειοκρατία, τα προνόμια της περιουσίας, της αστικής μόρφωσης, των σχέσεων κτλ. (προνόμια τόσο πιο ποικίλα, όσο η αστική δημοκρατία είναι πιο αναπτυγμένη), όλα αυτά καταργήθηκαν από τη σοβιετική οργάνωση. Η ελευθερία του Τύπου παύει να είναι υποκρισία, μια και τα τυπογραφεία και το χαρτί πάρθηκαν από την αστική τάξη. Το ίδιο και τα καλύτερα κτίρια, τα παλάτια, τα ιδιωτικά μέγαρα, οι πύργοι κτλ. Η σοβιετική εξουσία αφαίρεσε μονομιάς τα καλύτερα ακίνητα από τους εκμεταλλευτές κι’ έκανε έτσι χίλιες φορές πιο δημοκρατικό το δικαίωμα συγκέντρωσης για τις μάζες, που χωρίς αυτό η δημοκρατία είναι απάτη. Οι έμμεσες εκλογές στα κεντρικά Σοβιέτ διευκολύνουνε τα συνέδρια των Σοβιέτ, κάνουν όλο το μηχανισμό πιο οικονομικό, πιο ευκίνητο, πιο προσιτό στους εργάτες και τους χωρικούς, σε μιαν εποχή που η ζωή κοχλάζει και που πρέπει να μπορείς χωρίς άργητα ν’ ανακαλείς τον τοπικό αντιπρόσωπο ή να τον στέλνεις στο γενικό συνέδριο των Σοβιέτ.

Η προλεταριακή δημοκρατία είναι χίλιες φορές πιο δημοκρατική από οποιαδήποτε αστική δημοκρατία· η σοβιετική εξουσία είναι πιο δημοκρατική από τη δημοκρατικότερη αστική δημοκρατία.

Για να μη βλέπεις αυτή την αλήθεια ή πρέπει να είσαι συνειδητός υπηρέτης της αστικής τάξης ή ένας πολιτικά νεκρός άνθρωπος, ανίκανος πίσω από τα σκονισμένα αστικά βιβλία να δει τη ζωντανή πραγματικότητα, ποτισμένος με αστικοδημοκρατικές προλήψεις και που έχει ξεπέσει ίσα-ίσα γι’ αυτό στο ρόλο του λακέ της αστικής τάξης.

Για να μη βλέπεις αυτή την αλήθεια πρέπει να είσαι ανίκανος να θέσεις το ζήτημα από την άποψη των καταπιεζομένων τάξεων.

Υπάρχει έστω και μια χώρα στον κόσμο, ανάμεσα στις πιο δημοκρατικές, όπου ο απλός μέσος εργάτης ή αγροτικός μισοπρολετάριος, δηλαδή οι εκπρόσωποι της καταπιεζόμενης μάζας, της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού, να έχουν την ελευθερία να κάνουνε τις συγκεντρώσεις τους στα καλύτερα ακίνητα, την ελευθερία να έχουν τα καλύτερα τυπογραφεία και τα μεγαλύτερα στοκ χαρτιού για να εκφράζουν τις ιδέες τους και να υπερασπίζουν τα συμφέροντα τους, την ελευθερία να στέλνουν ανθρώπους της τάξης τους για να κυβερνήσουν και να «εκπολιτίσουν» το κράτος, κι όλα αυτά σ’ ένα βαθμό που να πλησιάζει έστω και λιγάκι τη Σοβιετική Ρωσία;

Είναι γελοίο και να το σκέφτεται κανείς, πως θα μπορούσε να βρει ο Κάουτσκι σ’ οποιαδήποτε χώρα έναν εργάτη ή έναν αγροτικό εργάτη μέσα στους χίλιους, φτάνει να είναι πληροφορημένος, που θα δίσταζε να δώσει απάντηση σε τούτη την ερώτηση. Αν κρίνουμε από τις ομολογίες που ξεφεύγουν από τις αστικές εφημερίδες, οι εργάτες σ’ όλο τον κόσμο συμπαθούν από ένστικτο τη Σοβιετική Δημοκρατία, γιατί βλέπουν σ’ αυτή την προλεταριακή δημοκρατία, τη δημοκρατία των φτωχών, αντίθετα από την αστική δημοκρατία, που, ακόμα κι’ η καλύτερη είναι πραγματικά και πάντα δημοκρατία για τους πλούσιους.

Κυβερνιόμαστε (και το κράτος μας «εκπολιτίζεται») από αστούς γραφειοκράτες, από αστούς κοινοβουλευτικούς, από αστούς δικαστές. Να η καθαρή, η ολοφάνερη και ασυζήτητη αλήθεια που ξέρουν από την ίδια τους την πείρα και που αισθάνονται και δοκιμάζουν κάθε μέρα σε βάρους τους δεκάδες κ’ εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι των καταπιεζομένων τάξεων σ’ όλες τις αστικές χώρες μαζί και τις πιο δημοκρατικές.

Ενώ στη Ρωσία κάνανε κομάτια το μηχανισμό της γραφειοκρατίας, δεν αφήσανε πέτρα στην πέτρα απ’ αυτόν, κυνηγήσανε όλους τους παλιούς δικαστικούς άρχοντες, διαλύσανε το αστικό κοινοβούλιο και δώσανε στους εργάτες και τους χωρικούς μιαν ανώτερη, πιο προσιτή αντιπροσώπευση, αφού τα Σοβιέτ τους διατάζουν τους γραφειοκράτες, αφού τα Σοβιέτ τους εκλέγουν τους δικαστές. Αυτά είναι αρκετά για να αναγνωρίσουν όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις ότι η εξουσία των Σοβιέτ, δηλαδή η σοβιετική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου, είναι χίλιες φορές πιο δημοκρατική από τη δημοκρατικότερη αστική δημοκρατία.

Τη νοητή και ολοφάνερη αυτή αλήθεια για κάθε εργάτη, ο Κάουτσκι δεν την καταλαβαίνει, γιατί «ξέχασε» να βάλει ή «ξέμαθε» να βάζει το ερώτημα: δημοκρατία για ποια τάξη; Σκέφτεται από την άποψη της «καθαρής» δημοκρατίας (δηλαδή: χωρίς τάξεις ή πάνω από τάξεις). Στοχάζεται σαν τον Σάϊλοκ: «μια λίτρα κρέας», τίποτα παραπάνω. Ισότητα όλων των πολιτών, αλλιώτικα πάει η δημοκρατία.

Το σοφό Κάουτσκι, το «μαρξιστή», το «σοσιαλιστή» Κάουτσκι, είμαστε αναγκασμένοι να τον ρωτήσουμε:

Μπορεί να υπάρξει ισότητα μεταξύ εκμεταλλευόμενου και εκμεταλλευτή;

Είναι τερατώδες, είναι απίστευτο να φτάνει κανένας στο σημείο να κάνει μια τέτοια ερώτηση, απ’ αφορμή ένα βιβλίο του ιδεολογικού αρχηγού της 2ης Διεθνούς. Μα «το κρασί είναι στο ποτήρι, πρέπει να το πιούμε». Ανάλαβες να γράψεις για τον Κάουτσκι· εξήγησε λοιπόν σ’ αυτόν το σοφό άνθρωπο, γιατί δε μπορεί να υπάρξει ισότητα μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου.

Μπορεί να Υπάρξει Ισότητα Μεταξύ Εκμεταλλευόμενου και Εκμεταλλευτή;

Ο Κάουτσκι σκέφτεται έτσι:

1. «Οι εκμεταλλευτές αποτελούν ανέκαθεν την ελάχιστη μειοψηφία του πληθυσμού», (σ. 14).

Να μια αδιαφιλονίκητη αλήθεια. Πως λοιπόν πρέπει να σκεφτούμε, ξεκινώντας απ’ αυτή την αλήθεια; Μπορούμε να σκεφτούμε σα μαρξιστές, σα σοσιαλιστές. Τότε πρέπει να πάρουμε σαν αρχή τις σχέσεις ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές. Μπορούμε να σκεφτούμε σα φιλελεύθεροι, σαν αστοί δημοκράτες. Τότε πρέπει να πάρουμε για βάση τις σχέσεις ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία.

Αν σκεφτούμε σα μαρξιστές, πρέπει να πούμε: οι εκμεταλλευτές μεταβάλλουν αναγκαστικά το κράτος (και πρόκειται για τη δημοκρατία, δηλαδή για μια από τις μορφές του κράτους) σε όργανο κυριαρχίας της τάξης τους, της τάξης των εκμεταλλευτών πάνω στους εκμεταλλευόμενους. Γι’ αυτό και το δημοκρατικό κράτος, όσο θα υπάρχουν εκμεταλλευτές που ασκούν την κυριαρχία τους πάνω στην πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων, θα είναι αναπόφευκτα δημοκρατία των εκμεταλλευτών.

Το κράτος των εκμεταλλευομένων πρέπει να διαφέρει ριζικά απ’ αυτό το κράτος· πρέπει να είναι η δημοκρατία των εκμεταλλευομένων και το τσάκισμα των εκμεταλλευτών· και το τσάκισμα μιας τάξης προϋποθέτει την ανισότητα σε βάρος αυτής της τάξης, τον αποκλεισμό της απ’ τη «δημοκρατία».

Αν σκεφτούμε σα φιλελεύθεροι, πρέπει να πούμε: η πλειοψηφία αποφασίζει, η μειοψηφία υπακούει. Οι ανυπάκουοι τιμωρούνται. Δε χρειάζεται να μιλήσουμε για τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους γενικά και της «καθαρής δημοκρατίας» ιδιαίτερα· αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το ζήτημα, γιατί η πλειοψηφία είναι πλειοψηφία και η μειοψηφία μένει μειοψηφία. Μια λίτρα κρέας είναι μια λίτρα κρέας· και καληνύχτα σας!

Ακριβώς έτσι σκέφτεται ο Κάουτσκι.

2. «Για ποιους λόγους η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει απαραίτητα να πάρει μια μορφή ασυμβίβαστη με τη δημοκρατία;», (σ. 21).

Εξηγεί κατόπι πολύ διεξοδικά και πολύ λεπτόλογα, με πολλές παραθέσεις από το Μαρξ και από τις εκλογικές στατιστικές της Κομμούνας του Παρισιού, πως το προλεταριάτο έχει μαζί του την πλειοψηφία. Συμπέρασμα: «Ένα σύστημα τόσο γερά ριζωμένο μέσα στις μάζες δεν έχει κανένα λόγο να χτυπάει τη δημοκρατία. Δε θα μπορεί πάντα ν’ αποφεύγει τη βία, αν έρθουν περιστάσεις όπου η βία μπαίνει σε κίνηση για το χτύπημα της δημοκρατίας.

Στη βία δε μπορεί κανένας ν’ απαντήσει παρά με τη βία. Όμως ένα σύστημα που ξέρει πως είναι μαζί του οι μάζες, δε θα μεταχειριστεί τη βία, παρά για να υπερασπίσει τη δημοκρατία και όχι για να την εκμηδενίσει. Θα διέπραττε πραγματική αυτοκτονία, αν ήθελε ν’ απομακρύνει την πιο σίγουρη βάση του, την καθολική ψηφοφορία, πηγή κάθε ηθικής δύναμης» (σ. 22).

Το βλέπετε: οι σχέσεις ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές εξαφανίστηκαν με την επιχειρηματολογία του Κάουτσκι. Δε μένει παρά η πλειοψηφία, η μειοψηφία, η δημοκρατία γενικά, αυτή η περίφημη «καθαρή δημοκρατία».

Κι όλα αυτά, προσέξτε το καλά, με την ευκαιρία της Κομμούνας του Παρισιού! Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν για περισσότερη σαφήνεια τις κρίσεις του Μαρξ και του Έγκελς πάνω στη δικτατορία με την ευκαιρία της Κομμούνας:

Μαρξ: «Αν οι εργάτες εγκαθιδρύσουν την επαναστατική δικτατορία τους στη θέση της αστικής δικτατορίας ... για να τσακίσουν την αντίδραση της αστικής τάξης..., οι εργάτες δίνουν στο κράτος επαναστατική και μεταβατική μορφή».

Έγκελς: «Η μερίδα που βγήκε νικήτρια (στην Επανάσταση) βρίσκεται στην ανάγκη να διατηρήσει την κυριαρχία της με τον τρόμο που εμπνέουν τα όπλα της στους αντιδραστικούςΑν η Κομμούνα του Παρισιού δε στηριζότανε στη δύναμη του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη, θα μπορούσε να σταθεί παραπάνω από μια μέρα; Δεν έχουμε αντίθετα το δικαίωμα να κατηγορήσουμε την Κομμούνα ότι χρησιμοποίησε πολύ λίγο αυτή τη δύναμη;».

Πάλι ο Έγκελς: «Αφού το κράτος δεν είναι παρά προσωρινός θεσμός που πρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε στον αγώνα και στην επανάσταση για να χτυπήσουμε τους αντιπάλους της, είναι καθαρή ανοησία να μιλάμε για ελεύθερο λαϊκό κράτοςΌσο το προλεταριάτο θά' χει αυτή την ανάγκη, θα την έχει όχι για το συμφέρον της ελευθερίας μα για το συμφέρον της συντριβής των αντιπάλων του και όταν θα μπορούμε πια να μιλάμε για ελευθερία, το κράτος σαν τέτοιο θα πάψει να υπάρχει...».

Ανάμεσα στον Κάουτσκι από το ένα μέρος και το Μαρξ και τον Έγκελς από τ’ άλλο, υπάρχει άβυσσος, το ίδιο όπως ανάμεσα σ’ ένα φιλελεύθερο κ’ έναν προλεταριακό επαναστάτη. H καθαρή δημοκρατία και η δημοκρατία γενικά για την οποία μιλάει ο Κάουτσκι, όλα αυτά δεν είναι παρά παράφραση αυτού του «ελεύθερου λαϊκού κράτους», μια καθαρή ανοησία δηλαδή.

Με την εμβρίθεια ενός σοφολογιότατου βλάκα του γραφείου ή με την αφέλεια δεκάχρονης παιδούλας, ρωτάει ο Κάουτσκι: τί χρειάζεται λοιπόν η δικτατορία, τη στιγμή, που έχουμε την πλειοψηφία;

Αλλά ο Μαρξ και ο Έγκελς μας εξηγούν:

Για να τσακίσουμε την αντίσταση της αστικής τάξης.

Για να τρομοκρατήσουμε τους αντιδραστικούς.

Για να διατηρήσουμε τη δύναμη του οπλισμένου λαού ενάντια στην αστική τάξη.

Για να μπορέσει το προλεταριάτο να καταστείλει με τη βία τους αντιπάλους του.

Ο Κάουτσκι δεν καταλαβαίνει τίποτα απ’ όλες αυτές τις εξηγήσεις. Συνεπαρμένος από την «καθαρή δημοκρατία» που δε βλέπει τον αστικό της χαρακτήρα, υποστηρίζει με μιαν «ωραία λογική» πως η πλειοψηφία δεν έχει ανάγκη να τσακίσει την αντίσταση της μειοψηφίας, να την χτυπήσει με τη βία, της φτάνει να περιορίσει τις απομονωμένες περιπτώσεις παραβίασης της δημοκρατίας. Καταγοητευμένος με την «καθαρή» δημοκρατία ο Κάουτσκι διαπράττει από απροσεξία το ίδιο λαθάκι που κάνουν πάντα όλοι οι αστοί δημοκράτες: παίρνει για πραγματική ισότητα την τυπική ισότητα, που δεν είναι παρά ψέμα και υποκρισία κάτω από το καπιταλιστικό καθεστώς. Μικροπράματα!

Ο εκμεταλλευτής δε μπορεί να είναι ίσος με τον εκμεταλλευόμενο.

Η αλήθεια αυτή που είναι τόσο δυσάρεστη στον Κάουτσκι, αποτελεί την ίδια την ουσία του σοσιαλισμού.

Άλλη αλήθεια: δε μπορεί να υπάρχει αληθινή, πραγματική ισότητα, αν δεν εκμηδενιστεί κάθε δυνατότητα εκμετάλλευσης μιας τάξης από μιαν άλλη.

Μπορούμε μονομιάς να νικήσουμε τους εκμεταλλευτές, με μια πετυχημένη εξέγερση στο κέντρο ή μιαν ανταρσία των στρατευμάτων. Αλλά, έξω από σπανιότατες και εξαιρετικές περιπτώσεις, δε μπορούμε να εκμηδενίσουμε μονομιάς τους εκμεταλλευτές. Δε μπορούμε μονομιάς να απαλλοτριώσουμε όλους τους γαιοκτήμονες και όλους τους καπιταλιστές μιας μικρής ή μεγάλης χώρας. Έξω απ’ αυτό, μόνη η απαλλοτρίωση σα νομικό - πολιτική πράξη δε λύνει καθόλου το πρόβλημα, γιατί πρέπει πραγματικά να καταργήσουμε τους μεγαλογαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές, να τους αντικαταστήσουμε πραγματικά με έναν καινούργιο τρόπο διεύθυνσης, την εργατική διεύθυνση των εργοστασίων και των ιδιοκτησιών. Δε μπορεί να υπάρξει ισότητα ανάμεσα στους εκμεταλλευτές που, από πολλές γενιές, η μόρφωση, ο πλούτος και οι αποκτημένες συνήθειες, τους εξασφαλίσανε μια ξεχωριστή θέση, και τους εκμεταλλευόμενους που η μάζα τους, ακόμα και στις αστικές δημοκρατίες τις πιο προοδευμένες και τις πιο δημοκρατικές, ζει μέσα στην καταπίεση, άξεστη, αμόρφωτη, φοβισμένη και χωρίς συνοχή. Πολύν καιρό μετά την επανάσταση, οι εκμεταλλευτές διατηρούν αναπόφευκτα ένα σωρό, τεράστια πλεονεκτήματα: τους μένει το χρήμα (δε μπορείς να καταργήσεις το χρήμα μονομιάς), μια λίγο - πολύ σημαντική κινητή περιουσία, σχέσεις, οργανωτική και διοικητική πείρα, η γνώση όλων των «μυστηρίων» της διοίκησης (έθιμα, μέθοδες, μέσα, δυνατότητες), τους μένει μια περισσότερο προωθημένη μόρφωση, δεσμοί με το ανώτερο τεχνικό προσωπικό που ζει και σκέφτεται κατά τρόπο αστικό· τους μένει μια άπειρα ανώτερη πείρα της στρατιωτικής τέχνης, που είναι πολύ σπουδαίο πράγμα κτλ., κτλ.

Αν πέσουν οι εκμεταλλευτές σε μια μόνο χώρα, που είναι η συνηθισμένη περίπτωση, γιατί η ταυτόχρονη επανάσταση σε πολλές χώρες μαζί είναι σπάνια εξαίρεση, εξακολουθούν ακόμα και τότε να είναι πιο ισχυροί από τους εκμεταλλευόμενους, χάρη στις δυνατές διεθνείς τους σχέσεις. Εξ άλλου το ότι ένα μέρος από τους εκμεταλλευόμενους ανάμεσα στη μάζα των μεσαίων χωρικών, των τεχνιτών κτλ., των λιγότερο αναπτυγμένων, πηγαίνει ή μπορεί να πάει με τους εκμεταλλευτές, είναι γεγονός αποδειγμένο απ’ όλες τις ως τα σήμερα επαναστάσεις, μαζί και της Κομμούνας, αφού ανάμεσα στους Βερσαγιέζους υπήρχανε και προλετάριοι, που το «ξέχασε» ο σοφότατος Κάουτσκι.

Να φαντάζεσαι λοιπόν πως η λύση του προβλήματος σε μια επανάσταση, όσο λίγο σοβαρή και βαθιά κι αν είναι, εξαρτιέται από τη σχέση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, είναι κολοσσιαία ηλιθιότητα και ανόητη πρόληψη κοινού φιλελεύθερου, είναι σα να εξαπατάς τις μάζες αποκρύβοντάς τους συνειδητά μιαν ιστορική αλήθεια. Η ιστορική αυτή αλήθεια είναι τούτη δω: ο κανόνας δείχνει πως σε κάθε βαθιά επανάσταση οι εκμεταλλευτές αντιτάσσουνε μια παρατεταμένη, λυσσασμένη και απελπισμένη αντίσταση και εξακολουθούν να διατηρούν για πολλά χρονιά τεράστια πραγματικά πλεονεκτήματα απέναντι στους εκμεταλλευόμενους. Μόνο στην ανάλατη φαντασία του σαχλοηλίθιου Κάουτσκι οι εκμεταλλευτές υποτάσσονται στην πλειοψηφία, πριν δοκιμάσουν την ανωτερότητά τους σε μιαν ύστατη και απελπισμένη πάλη, σε μια σειρά από μάχες.

Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είναι μια ολόκληρη ιστορική εποχή. Όσο αυτή δε θά' χει φτάσει στο τέρμα της, οι εκμεταλλευτές θα διατηρούν την ελπίδα μιας παλινόρθωσης κι η ελπίδα αυτή θα εκφραστεί με παλινορθωτικές απόπειρες. Ύστερα από μια πρώτη σοβαρή ήττα, οι εκμεταλλευτές που ανατράπηκαν και που δεν περιμένανε την ανατροπή τους, δεν την πίστευαν, και δεν την φαντάζονταν καν, διπλασιάζουν την ενεργητικότητά τους, το μανιασμένο πάθος τους, και ρίχνονται στην πάλη για να ξαναποχτήσουν τον χαμένο «παράδεισο» και για να ξαναδώσουνε στις οικογένειές τους, που καταδικάστηκαν τώρα από το «λαϊκό συρφετό» στη φτώχεια και την αθλιότητα (δηλαδή απλούστατα στη... δουλειά), τις παλιές γλύκες της ζωήςΠίσω από τους κεφαλαιοκράτες εκμεταλλευτές βαδίζει μια μακρινή γραμμή από μικροαστούς, που η ιστορική πείρα πολλών δεκάχρονων τους παρουσιάζει σ’ όλες τις χώρες διστακτικούς και αμφίρροπους, σήμερα με το προλεταριάτο, αύριο τρομαγμένους από τις δυσκολίες της επανάστασης να πέφτουνε στον πανικό ύστερα από τις πρώτες ατυχίες ή μισοατυχίες των εργατών, να νευριάζουν, να χάνουν το κεφάλι τους, να κλαψουρίζουνε και να τρέχουν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο..., σαν τους μενσεβίκους μας και τους Εσέρους μας.

Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, όταν ο πόλεμος αγριεύει και λυσσομανάει, όταν η ιστορία θέτει στην ημερήσια διάταξη ζήτημα ζωής και θανάτου για τα αιώνια και προαιώνια προνόμια, να μιλάς για πλειοψηφία και μειοψηφία, για καθαρή δημοκρατία, να λες ότι είναι άχρηστη η δικτατορία, να μιλάς για ισότητα ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους! Τί άβυσσος ηλιθιότητας, τί άβυσσος φιλισταϊσμού χρειάζεται γι’ αυτό!

Η μακριά αυτή περίοδος σχετικά «ειρηνικού» καπιταλισμού που απλώνεται από το 1871 ως το 1914 πρέπει να έχει δημιουργήσει πραγματικά στα σοσιαλιστικά κόμματα που βρομάνε οπορτουνισμό αληθινές κόπρους του Αυγείου φιλισταϊσμού, στενοκεφαλιάς και προδοσίας.

Θα παρατήρησε ασφαλώς ο αναγνώστης ότι, στο χωρίο του έργου του που παρατέθηκε πιο πάνω, ο Κάουτσκι μιλάει για επιβουλή εναντίον της καθολικής ψηφοφορίας, που την ονομάζει, ας πούμε σε παρένθεση, βαθιά πηγή κάθε μεγάλης ηθικής δύναμης, ενώ απ’ αφορμή την Κομμούνα του Παρισιού και για το ίδιο ζήτημα της δικτατορίας ο Έγκελς μιλάει για δύναμη του οπλισμένου λαού ενάντια στη μπουρζουαζία. Παραβάλετε τις ιδέες ενός φιλισταίου κ’ ενός επαναστάτη για τη «δύναμη»...

Πρέπει να παρατηρήσουμε πως η στέρηση του δικαιώματος ψήφου από τους εκμεταλλευτές είναι ένα ζήτημα αποκλειστικά «ρωσικό» και όχι το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου γενικά. Αν ο Κάουτσκι, χωρίς υποκρισία, είχε τιτλοφορήσει τη μπροσούρα του... «Ενάντια στους μπολσεβίκους», ο τίτλος αυτός θ’ ανταποκρίνονταν στο περιεχόμενο της μπροσούρας κι ο Κάουτσκι θα μπορούσε τότε να μιλήσει για καθολική ψηφοφορία Ο Κάουτσκι όμως θέλησε να φιγουράρει πρώτα απ’ όλα σα «θεωρητικός». Τιτλοφόρησε τη μπροσούρα του... «Η δικτατορία του προλεταριάτου γενικά». Δε μιλάει για τα Σοβιέτ και για τη Ρωσία ειδικά παρά στο δεύτερο μέρος της μπροσούρας του, από την παράγραφο 5 και δω. Στο πρώτο μέρος (απ’ όπου πήρα το απόσπασμα) γίνεται λόγος για δημοκρατία και για δικτατορία γενικά. Εξετάζοντας το δικαίωμα ψήφου, απόδειξε ο Κάουτσκι με την εχθρική πολεμική του ενάντια στους μπολσεβίκους πως δεν έχει κανένα σεβασμό στη θεωρίαΗ θεωρία πραγματικά, δηλαδή η μελέτη των ταξικών σχέσεων που πάνω τους στηρίζονται γενικά, και όχι σ’ αυτήν ή την άλλη ειδική περίπτωση ή χώρα, η δημοκρατία και η δικτατορία, οδηγεί όχι σ’ ένα ειδικό ζήτημα, όπως είναι το εκλογικό δικαίωμα, αλλά στο γενικό αυτό ζήτημα: η δημοκρατία μπορεί να διατηρηθεί, για τους πλούσιους και για τους εκμεταλλευτές στην ιστορική περίοδο που σφραγίζεται από την ανατροπή των εκμεταλλευτών και την αντικατάσταση του κράτους τους από το κράτος των εκμεταλλευομένων;

Έτσι και μόνον έτσι μπορεί να θέσει το ζήτημα ένας θεωρητικός.

Γνωρίζουμε το παράδειγμα της Κομμούνας, γνωρίζουμε όλες τις σκέψεις των θεμελιωτών του μαρξισμού γι’ αυτή και πάνω στο θέμα της. Με τη βοήθεια αυτού του υλικού ανέλυσα για παράδειγμα το ζήτημα της δημοκρατίας και της δικτατορίας στη μπροσούρα μου Κράτος και Επανάσταση, που γράφτηκε πριν από την Επανάσταση του Οχτώβρη. Δεν είπα λέξη για τους περιορισμούς του εκλογικού δικαιώματος. Τώρα, πρέπει να πω πως το ζήτημα του περιορισμού της καθολικής ψηφοφορίας είναι ένα ειδικό και εθνικό ζήτημα και όχι γενικό ζήτημα της δικτατορίας. Πρέπει να πλησιάσουμε το πρόβλημα των περιορισμών στην καθολική ψηφοφορία, εξετάζοντας τους ειδικούς όρους της ρωσικής επανάστασης, την ειδική της πορεία ανάπτυξης. Αυτό θα το κάνουμε στη συνέχεια της έκθεσής μας. Θα ήταν όμως σφάλμα να βεβαιώσουμε από τα πριν ότι οι αυριανές προλεταριακές επαναστάσεις στην Ευρώπη, όλες ή οι περισσότερές τους, θα βάλουν αναγκαστικά περιορισμούς στα εκλογικά δικαιώματα της αστικής τάξης. Είναι πολύ πιθανό. Ύστερα από τον πόλεμο και την πείρα της ρωσικής επανάστασης φαίνεται πως θα γίνει έτσι, αυτό δεν είναι όμως απαραίτητο για τη δικτατορία, δεν είναι μια απαραίτητη ένδειξη της λογικής έννοιας της δικτατορίας, ούτε απαραίτητος όρος της ιστορικής και ταξικής της έννοιας. Το απαραίτητο σημάδι, ο αναγκαίος όρος για τη δικτατορία, είναι η συντριβή των εκμεταλλευτών σαν τάξης και η παραβίαση κατά συνέπεια της «καθαρής δημοκρατίας», δηλαδή της ισότητας και της ελευθερίας απέναντι σ’ αυτή την τάξη.

Έτσι και μόνον έτσι μπορεί να τεθεί από θεωρητική άποψη το ζήτημα. Και ο Κάουτσκι θέτοντάς το διαφορετικά απόδειξε ότι χτυπώντας τους μπολσεβίκους, δεν ενεργούσε σα θεωρητικός τους αντίπαλος, μα σα συκοφάντης στην υπηρεσία των οπορτουνιστών και της αστικής τάξης.

Σε ποια χώρα, κάτω από ποιους ιδιαίτερους εθνικούς όρους ή όρους καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε ποιο μέτρο τέλος θα εφαρμοστεί αυτός ή εκείνος ο περιορισμός, αυτή ή εκείνη η παραβίαση της δημοκρατίας σε βάρος των εκμεταλλευτών, αυτό εξαρτιέται από τις εθνικές ιδιομορφίες αυτού ή εκείνου του καπιταλισμού, αυτής ή εκείνης της επανάστασης. Θεωρητικά, το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό και μπαίνει έτσι: η δικτατορία του προλεταριάτου είναι δυνατή χωρίς παραβίαση της δημοκρατίας σε βάρος της τάξης των εκμεταλλευτών;

Την ερώτηση αυτή, τη μόνη σημαντική και ουσιαστική θεωρητικά, ο Κάουτσκι την απόφυγε. Παραθέτει κάθε λογής τσιτάτα από το Μαρξ και τον Έγκελς, έξω από κείνα όπου εξετάζεται το ζήτημα και που αναφέραμε πιο πάνω. Ο Κάουτσκι σας μιλάει για ό,τι θέλετε, για ο,τιδήποτε κολακεύει τους φιλελευθέρους και τους αστούς δημοκράτες χωρίς να βγει από τον κύκλο των ιδεών τους, έξω από το κυριότερο, ότι δηλαδή το προλεταριάτο δε μπορεί να θριαμβέψει παρά μονάχα όταν συντρίψει την αντίσταση της αστικής τάξης και τσακίσει με τη βία τους αντιπάλους του και πως εκεί που υπάρχει «βίαιη καταστολή» δεν υπάρχει ελευθερία και γι’ αυτό ούτε και δημοκρατία.

Αυτό δεν το κατάλαβε ο Κάουτσκι.

Γράφτηκε: τον Οχτώβρη του 1918 από τον Λένιν ενάντια στις ρεφορμιστικές συκοφαντίες του Καρλ Κάουτσκι κατά των Μπολσεβίκων
Πηγή: Εκδόσεις «Προμηθέας» 1966 – «Νέοι Στόχοι» 1973
Μετάφραση: Λ.Μιχαήλ.
Επιμέλεια - Σύνταξη: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΘΩΜΑΔΑΚΗΣ
HTML Markup: Θ. Θωμαδάκης - Ι. Κουκλάκης για τα Μαρξιστικά Βιβλία στο INTERNET, 15 Γενάρη 2010


πηγες: Lenin Reloaded, Praxis

24.12.11

Β. Ι. Λένιν: ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ»

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ; 

«Ελευθερία κριτικής» είναι αναμφισβήτητα σήμερα το κατεξοχήν σύνθημα της μόδας, σύνθημα πού χρησιμοποιείται συχνότατα στις συζητήσεις ανάμεσα στους σοσιαλιστές και στους δημοκράτες όλων των χωρών. Είναι δύσκολο, από πρώτη ματιά, να φανταστεί κανείς κάτι πιο περίεργο από τις επίσημες αυτές επικλήσεις του ενός από τα αντιμαχόμενα μέρη στην ελευθερία κριτικής. Είναι τάχα δυνατό ν' ακούστηκαν μέσα από τα πρωτοπόρα κόμματα φωνές ενάντια στο συνταγματικό εκείνο νόμο της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών χωρών, πού εγγυάται την ελευθερία της επιστήμης και της επιστημονικής έρευνας; 

α) ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ»;

(αποσπάσματα)


«Κάτι δεν πάει καλά εδώ!» - θα πει από μέσα του κάθε ουδέτερος παρατηρητής πού έχει ακούσει να επαναλαβαίνεται το σύνθημα αυτό της μόδας σ' όλα τα σταυροδρόμια, μα δε συνέλαβε ακόμα την ουσία της διαφωνίας ανάμεσα σ' αυτούς πού διαφωνούν. «Το σύνθημα αυτό είναι, προφανώς, ένα από τα συμβατικά εκείνα λογάκια, πού, όπως και τα παρατσούκλια, πολιτογραφούνται με τη χρήση και γίνονται σχεδόν ονόματα προσηγορικά».

Στην πραγματικότητα δεν είναι μυστικό για κανέναν, ότι μέσα στη σύγχρονη διεθνή σοσιαλδημοκρατία έχουν διαμορφωθεί δυο κατευθύνσεις, πού η πάλη ανάμεσα τους πότε φουντώνει και πετάει ζωηρές φλόγες, πότε καταλαγιάζει και σιγοκαίει κάτω από τη στάχτη επιβλητικών «αποφάσεων ανακωχής». Σε τι συνίσταται η «νέα» κατεύθυνση που βλέπει «κριτικά» τον «παλιό, δογματικό» μαρξισμό, αυτό μας το είπε αρκετά καθαρά ο Μπέρνσταϊν και μας το έδειξε ο Μιλλεράν.

Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει από κόμμα κοινωνικής επανάστασης να μετατραπεί σε δημοκρατικό κόμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Το πολιτικό αυτό αίτημα ο Μπέρνσταϊν το περιέβαλε με ολόκληρη συστοιχία από αρκετά αρμονικά συνδυασμένα «νέα» επιχειρήματα και συλλογισμούς. Δεν παραδεχόταν, ότι μπορεί να θεμελιωθεί επιστημονικά ο σοσιαλισμός και ν' αποδειχτεί, από την άποψη της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, ότι είναι αναγκαίος κι αναπόφευχτος. Δεν παραδεχόταν το γεγονός της αυξανόμενης αθλιότητας, της προλεταριοποίησης και της όξυνσης των κεφαλαιοκρατικών αντιθέσεων. Διακήρυχνε πως είναι ανυπόστατη η ίδια η έννοια «τελικός σκοπός» και απέρριπτε ανεπιφύλαχτα την ιδέα της διχτατορίας του προλεταριάτου. Δεν παραδεχόταν ότι ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και στο σοσιαλισμό υπάρχει ριζική αντίθεση. Απέρριπτε τη θεωρία της ταξικής πάλης σαν δήθεν ανεφάρμοστη σε μια αυστηρά δημοκρατική κοινωνία, που κυβερνιέται σύμφωνα με τη θέληση της πλειοψηφίας, κτλ.

Ετσι, το αίτημα μιας αποφασιστικής στροφής από την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία προς τον αστικό σοσιαλρεφορμισμό συνοδευόταν από μια όχι λιγότερο αποφασιστική στροφή προς την αστική κριτική όλων των βασικών ιδεών του μαρξισμού. Κι επειδή η κριτική αυτή γινόταν ανέκαθεν ενάντια στο μαρξισμό και από το πολιτικό βήμα και από την πανεπιστημιακή έδρα, και μ' ένα σωρό μπροσούρες και με πολλές επιστημονικές πραγματείες, επειδή όλη η νέα γενεά των μορφωμένων τάξεων επί δεκαετίες διαπαιδαγωγούνταν συστηματικά με το πνεύμα της κριτικής αυτής, δεν είναι παράξενο, ότι η «νέα κριτική» κατεύθυνση μέσα στη σοσιαλδημοκρατία ξεπρόβαλε μονομιάς εντελώς ολοκληρωμένη, όπως ακριβώς ή Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Η κατεύθυνση αυτή ως προς το περιεχόμενο της δεν είχε ανάγκη ν' αναπτυχθεί και να διαμορφωθεί: μεταφέρθηκε κατευθείαν από την αστική φιλολογία στη σοσιαλιστική.

Παρακάτω. Αν η θεωρητική κριτική που έκανε ο Μπέρνσταϊν και οι διακαείς πολιτικοί πόθοι του παραμένουν ακόμα για μερικούς ασαφείς, οι γάλλοι φρόντισαν να επιδείξουν κατά τρόπο χειροπιαστό τη «νέα μέθοδο». Η Γαλλία και τούτη τη φορά δικαίωσε την παλιά της φήμη, φήμη «χώρας, που στην ιστορία της περισσότερο από οπουδήποτε αλλού οι ταξικοί αγώνες έφταναν κάθε φορά ως το αποφασιστικό τέλος» (Ενγκελς, από τον πρόλογο στο Εργο του Μαρξ: «Der 18 Brumaire»). Οι γάλλοι σοσιαλιστές αντί να θεωρητικολογούν άρχισαν να δρουν άμεσα οι πιο αναπτυγμένες από δημοκρατική άποψη πολιτικές συνθήκες της Γαλλίας τους επέτρεψαν να περάσουν μονομιάς στον «πραχτικό μπερνσταϊνισμό» μ΄ όλες τις συνέπειες του. Ο Μιλλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πραχτικού μπερνσταϊνισμού - δικαιολογημένα λοιπόν και ο Μπέρνσταϊν και ο Φόλμαρ έσπευσαν με τόσο ζήλο να υπερασπίσουν και να εξυμνήσουν τον Μιλλεράν! Πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε αστική κυβέρνηση, αλλά και οφείλει να το επιδιώκει διαρκώς. «Αν δημοκρατία σημαίνει στην ουσία εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, τότε γιατί ένας σοσιαλιστής υπουργός να μη σαγηνεύει όλο τον αστικό κόσμο με λόγους για συνεργασία των τάξεων; Γιατί να μη μένει στην κυβέρνηση ακόμα και όταν οι δολοφονίες των εργατών από τους χωροφύλακες δείχνουν για εκατοστή και χιλιοστή φορά τον πραγματικό χαρακτήρα της δημοκρατικής συνεργασίας των τάξεων; Γιατί να μη συμμετέχει προσωπικά στην υποδοχή του τσάρου, που οι γάλλοι σοσιαλιστές δεν τον αποκαλούν σήμερα αλλιώς παρά ήρωα της κρεμάλας, του κνούτου και της εκτόπισης (knoteur, pendeur et deportateur); Και η αμοιβή για την έσχατη αυτή ταπείνωση και αυτοεξευτελισμό του σοσιαλισμού μπροστά σ' όλο τον κόσμο, για τη διαφθορά της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών - της μοναδικής αυτής βάσης που μπορεί να μας εξασφαλίσει τη νίκη - η αμοιβή για όλα αυτά είναι τα πομπώδη σχέδια για κάτι τιποτένιες μεταρρυθμίσεις, τόσο τιποτένιες ώστε ακόμα και αστικές κυβερνήσεις να έχουν κατορθώσει να αποσπάσουν περισσότερα πράγματα!

Οποιος δεν κλείνει σκόπιμα τα μάτια του, δεν μπορεί να μη δει, ότι η νέα «κριτική» κατεύθυνση μέσα στο σοσιαλισμό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια νέα παραλλαγή του οπορτουνισμού. Κι αν κρίνουμε τους ανθρώπους όχι από τη φανταχτερή στολή που μόνοι τους φόρεσαν, όχι από την εντυπωσιακή επωνυμία που μόνοι τους πήραν, αλλά από τα έργα τους κι από όσα προπαγανδίζουν στην πραγματικότητα, θα δούμε καθαρά πως «ελευθερία κριτικής» σημαίνει ελευθερία οπορτουνιστικής κατεύθυνσης μέσα στη σοσιαλδημοκρατία, ελευθερία μετατροπής της σοσιαλδημοκρατίας σε δημοκρατικό κόμμα μεταρρυθμίσεων, ελευθερία για την εισαγωγή αστικών ιδεών και αστικών στοιχείων στο σοσιαλισμό.

Η λέξη ελευθερία είναι μεγάλη λέξη, κάτω όμως από τη σημαία της ελευθερίας της βιομηχανίας έγιναν οι πιο ληστρικοί πόλεμοι, κάτω από τη σημαία της ελευθερίας της εργασίας καταληστεύονταν οι εργαζόμενοι. Μια τέτοια ακριβώς εσωτερική απάτη κρύβεται κάτω από τη σημερινή χρήση των λέξεων «ελευθερία κριτικής». Οι άνθρωποι που έχουν πραγματικά πεισθεί, ότι προώθησαν την επιστήμη, θα ζητούσαν όχι ελευθερία συνύπαρξης των νέων αντιλήψεων με τις παλιές, αλλά την αντικατάσταση των παλιών αντιλήψεων από τις νέες. Και οι κραυγές «ζήτω η ελευθερία κριτικής!» που ακούγονται σήμερα, θυμίζουν πολύ το μύθο του άδειου βαρελιού.

Βαδίζουμε σαν συμπαγής ομάδα από έναν απόκρημνο και δύσκολο δρόμο, πιασμένοι γερά χέρι με χέρι. Είμαστε απ' όλες τις μεριές κυκλωμένοι από εχθρούς, και είμαστε σχεδόν πάντα αναγκασμένοι να βαδίζουμε κάτω από τα πυρά τους. Ενωθήκαμε ύστερα από ελεύθερα παρμένη απόφαση για να πολεμήσουμε τους εχθρούς κι όχι για να πέσουμε στο γειτονικό βάλτο, που οι κάτοικοι του από την αρχή μας κατέκριναν, γιατί ξεχωρίσαμε σε ιδιαίτερη ομάδα και διαλέξαμε το δρόμο του αγώνα αντί το δρόμο της συμφιλίωσης. Και τώρα μερικοί από μας αρχίζουν να φωνάζουν: πάμε σ' αυτό το βάλτο! Κι όταν αρχίζουμε να τους μαλώνουμε, απαντούν: τι καθυστερημένοι που είστε! Και πώς δεν ντρέπεστε να μας αρνιέστε την ελευθερία να σας καλούμε σε καλύτερο δρόμο! - Ω, ναι, κύριοι, είστε ελεύθεροι όχι μόνο να μας καλείτε, μα και να πάτε όπου θέλετε, ακόμα και στο βάλτο• έχουμε μάλιστα τη γνώμη, ότι η πραγματική θέση σας βρίσκεται ίσα-ίσα στο βάλτο και είμαστε έτοιμοι να σας προσφέρουμε κάθε βοήθεια για να κουβαληθείτε εκεί. Μόνο άστε τα χέρια μας τότε, μη πιάνεστε από μας και μη λερώνετε τη μεγάλη λέξη ελευθερία, γιατί και μεις είμαστε «ελεύθεροι» να πάμε όπου μας αρέσει, ελεύθεροι να πολεμήσουμε όχι μονάχα το βάλτο, αλλά και κείνους που τραβάνε για το βάλτο! ...

δ) Ο ΕΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

«Δογματισμός, σχολαστικισμός», «αποστέωση του κόμματος - αναπόφευχτη τιμωρία που ακολουθεί το βίαιο στραγγαλισμό της σκέψης» - να οι εχθροί που εναντίον τους ξεσπαθώνουν ιπποτικά οι υπερασπιστές της «ελευθερίας κριτικής» στο «Ραμπότσεγε Ντιέλο». Χαιρόμαστε πολύ που μπήκε αυτό το θέμα στην ημερησία διάταξη• θα προτείναμε μόνο να συμπληρωθεί μ΄ ένα άλλο θέμα: 

Ποιοι είναι οι κριτές;...

Ετσι βλέπουμε πώς οι ηχηρές φράσεις ενάντια στην αποστέωση της σκέψης κτλ. συγκαλύπτουν την αδιαφορία και την ανικανότητα σ' ό,τι άφορα την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης. Η περίπτωση των ρώσων σοσιαλδημοκρατών δείχνει πολύ παραστατικά το πανευρωπαϊκό φαινόμενο (που το έχουν σημειώσει από καιρό και οι γερμανοί μαρξιστές), ότι η πολυθρύλητη ελευθερία κριτικής δεν σημαίνει την αντικατάσταση μιας θεωρίας από μια άλλη, αλλά την ελευθερία απέναντι σε κάθε ολοκληρωμένη και βαθιά μελετημένη θεωρία, σημαίνει εκλεκτικισμό κι έλλειψη αρχών, «όποιος ξέρει κάπως την πραγματική κατάσταση του κινήματός μας, δεν μπορεί να μη βλέπει, ότι η πλατιά διάδοση του μαρξισμού συνοδεύτηκε από ορισμένη πτώση του θεωρητικού επιπέδου. Στο κίνημα, λόγω της πραχτικής του σημασίας και των πραχτικών επιτυχιών του, προσχώρησαν πολλοί άνθρωποι με πολύ μικρή ή χωρίς καμιά θεωρητική κατάρτιση. Απ' αυτό μπορούμε να κρίνουμε πόση έλλειψη τακτ δείχνει το «Ραμπότσεγε Ντιέλο», όταν με θριαμβευτικό ύφος παραθέτει το απόφθεγμα του Μαρξ: «κάθε βήμα πραγματικού κινήματος έχει περισσότερη αξία από μια δωδεκάδα προγράμματα». Το να επαναλαβαίνεις αυτές τις λέξεις σε περίοδο θεωρητικής σύγχυσης - είναι το ίδιο σαν να φωνάζεις βλέποντας μια κηδεία: «Πέντε πέντε την ήμερα κι εκατό την εβδομάδα!». Αλλωστε τα παραπάνω λόγια του Μαρξ είναι παρμένα από το γράμμα του για το πρόγραμμα της Γκότα, όπου επικρίνει αυστηρά τον εκλεκτικισμό στη διατύπωση των αρχών αν πρέπει να ενωθείτε, έγραφε ο Μαρξ στους ηγέτες του κόμματος, κλείστε συμφωνίες για να ικανοποιήσετε τους πραχτικούς σκοπούς του κινήματος, μην επιτρέψτε όμως παζαρέματα πάνω σε αρχές, μη κάνετε «παραχωρήσεις» σε ζητήματα θεωρίας. Αυτή ήταν η σκέψη του Μαρξ• κι όμως βρίσκονται ανάμεσα μας άνθρωποι που στο όνομά του προσπαθούν να μειώσουν τη σημασία της θεωρίας!
Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει και επαναστατικό κίνημα. Ο,τι κι αν πει κανείς γι' αυτή τη σκέψη δε θα ήταν αρκετό, σε μια εποχή που μαζί με το κήρυγμα του οπορτουνισμού, που έχει γίνει της μόδας, συμβαδίζει η έλξη προς τις πιο στενές μορφές πραχτικής δράσης. Για τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία όμως η σημασία της θεωρίας μεγαλώνει ακόμα πιο πολύ από τρία περιστατικά που συχνά τα ξεχνούν, και συγκεκριμένα: πρώτο, από το γεγονός ότι το κόμμα μας τώρα μόλις διαμορφώνεται, τώρα μόλις διαμορφώνει τη φυσιογνωμία του και δεν έχει καθόλου ξεκαθαρίσει ακόμα τους λογαριασμούς του με τις άλλες κατευθύνσεις της επαναστατικής σκέψης, που απειλούν ν' αποτραβήξουν το κίνημα από το σωστό δρόμο. Απεναντίας, ίσα ίσα τον τελευταίο καιρό σημειώθηκε (όπως από καιρό προειδοποιούσε ο Αξελρόντ τους «οικονομιστές») μια αναζωογόνηση των μη σοσιαλδημοκρατικών επαναστατικών κατευθύνσεων. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες ένα λάθος, που από πρώτη ματιά φαίνεται «ασήμαντο», μπορεί να έχει τις πιο θλιβερές συνέπειες, και μόνο μύωπες μπορούν να θεωρούν άκαιρες ή περιττές τις συζητήσεις ανάμεσα στις ομάδες και τον αυστηρό διαχωρισμό των αποχρώσεων. Από την εδραίωση της μιας ή της άλλης «απόχρωσης» μπορεί να εξαρτηθεί το μέλλον της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας για πολλά, πάρα πολλά χρόνια.

Δεύτερο, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα είναι από την ίδια τη φύση του κίνημα διεθνές. Αυτό δε σημαίνει απλώς, ότι πρέπει να καταπολεμούμε τον εθνικό σωβινισμό. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι ένα κίνημα που αρχίζει σε μια νεαρή χώρα μπορεί να έχει επιτυχία μόνο εφόσον θα αξιοποιεί την πείρα των άλλων χωρών. Και για μια τέτοια αξιοποίηση δεν αρκεί η απλή γνώση της πείρας αυτής ή η απλή αντιγραφή των τελευταίων αποφάσεων. Εκείνο που χρειάζεται είναι να μπορείς να βλέπεις την πείρα αυτή κριτικά και να την επαληθεύεις με αυτοτέλεια. Μόνο όποιος αντιλαμβάνεται σε πόσο γιγάντιες διαστάσεις αναπτύχθηκε και διακλαδώθηκε το σύγχρονο εργατικό κίνημα, μπορεί να καταλάβει τι απόθεμα θεωρητικών δυνάμεων και πολιτικής (καθώς κι επαναστατικής) πείρας χρειάζεται για να εκπληρωθεί αυτό το καθήκον. 

Τρίτο, τέτοια εθνικά καθήκοντα σαν κι αυτά που μπαίνουν τώρα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία δεν έχουν μπει ποτέ ως τώρα σε κανένα σοσιαλιστικό κόμμα του κόσμου, θα μας δοθεί παρακάτω η ευκαιρία να μιλήσουμε για τις πολιτικές και οργανωτικές υποχρεώσεις που μας επιβάλλει το καθήκον αυτό της απελευθέρωσης όλου του λαού από το ζυγό της απολυταρχίας. Τώρα θέλουμε απλώς να τονίσουμε, ότι το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο ένα κόμμα που καθοδηγείται από πρωτοπόρα θεωρία. Και για ν΄ αντιληφθεί ο αναγνώστης κάπως συγκεκριμένα τι σημαίνει αυτό, ας θυμηθεί μερικούς προδρόμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας σαν τον Χέρτσεν, το Μπελίνσκι, τον Τσερνισέβσκι και τη λαμπρή πλειάδα των επαναστατών της δεκαετίας 1870 - 1880. Ας σκεφτεί την παγκόσμια σημασία πού αποχτά σήμερα η ρωσική φιλολογία, ας... μα φτάνουν κι αυτά!...

ΤΟ ΑΥΘΟΡΜΗΤΟ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α) Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΑΥΘΟΡΜΗΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ


Στο προηγούμενο κεφάλαιο σημειώσαμε πώς στα μέσα της δεκαετίας 1890-1900 η έλξη της μορφωμένης ρωσικής νεολαίας προς τη μαρξιστική θεωρία είχε γίνει καθολικό φαινόμενο. Παρόμοιο καθολικό χαρακτήρα πήραν στην ίδια περίπου περίοδο και οι εργατικές απεργίες που ξέσπασαν το 1896 μετά τον περίφημο βιομηχανικό πόλεμο της Πετρούπολης. Η επέκταση τους σ΄ όλη τη Ρωσία έδειχνε καθαρά πόσο βαθύ ήταν το λαϊκό κίνημα που ξανάρχισε ν΄ ανεβαίνει. Κι αν πρόκειται να μιλήσουμε για το «αυθόρμητο στοιχείο», τότε, φυσικά, ίσα ίσα αυτό το απεργιακό κίνημα πρέπει κατά πρώτο λόγο να θεωρηθεί αυθόρμητο. Ομως υπάρχει αυθόρμητο και αυθόρμητο. Απεργίες είχαν γίνει στη Ρωσία και στις δεκαετίες 1870-1880 και 1860-1870 (ακόμα και στην πρώτη πενηνταετία του XIX αιώνα), απεργίες που συνοδεύονταν από «αυθόρμητη» καταστροφή των μηχανών κτλ. Σε σύγκριση μ΄ αυτούς τους «ξεσηκωμούς», οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900 θα μπορούσαν μάλιστα να χαρακτηριστούν και «συνειδητές» - τόσο σημαντικό είναι το βήμα που έκανε το εργατικό κίνημα σ΄ αυτό το διάστημα. Αυτό μας δείχνει ότι το «αυθόρμητο στοιχείο» δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού. Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν... δε θάλεγα να καταλαβαίνουν, μα να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης και να εγκαταλείπουν αποφασιστικά τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους. Ωστόσο όλα αυτά ήταν πολύ περισσότερο ξεσπάσματα απόγνωσης κι εκδίκησης παρά αγώνας. Οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900 δείχνουν πολύ μεγαλύτερες αναλαμπές συνείδησης: υποβάλλονται συγκεκριμένα αιτήματα, υπολογίζεται από τα πριν η καταλληλότερη στιγμή, συζητούνται ορισμένες περιπτώσεις και παραδείγματα από άλλα μέρη κτλ. Αν οι ξεσηκωμοί ήταν απλώς μια εξέγερση καταπιεζόμενων ανθρώπων, τότε οι συστηματικές απεργίες εκφράζανε ήδη τα έμβρυα της ταξικής πάλης, αλλά μόνο τα έμβρυα. Αυτές καθαυτές οι απεργίες εκείνες ήταν αγώνας τρεϊντ-γιουνιονιστικός, όχι όμως ακόμα σοσιαλδημοκρατικός. Σήμαιναν το ξύπνημα του ανταγωνισμού ανάμεσα στους εργάτες και στ' αφεντικά, μα οι εργάτες δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν συνείδηση της αγεφύρωτης αντίθεσης των συμφερόντων τους μ' όλο το σύγχρονο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς, δηλ. συνείδηση σοσιαλδημοκρατική. Μ' αυτή την έννοια οι απεργίες της δεκαετίας 1890-1900, παρά την τεράστια πρόοδο τους σε σύγκριση με τους «ξεσηκωμούς», εξακολουθούσαν να είναι ένα κίνημα καθαρά αυθόρμητο.

Είπαμε, ότι δεν μπορούσε να υπάρχει ακόμα σοσιαλδημοκρατική συνείδηση μέσα στους εργάτες. Η συνείδηση αυτή μπορούσε να έρθει σ' αυτούς μόνο απέξω. Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει, ότι η εργατική τάξη αποκλειστικά με τις δικές της δυνάμεις δεν είναι σε θέση ν' αναπτύξει παρά μόνο μια τρεϊντ-γιουνιονιστική συνείδηση, δηλ. την πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να ενωθεί σε σωματεία, να κάνει αγώνα ενάντια στ' αφεντικά, να παλαίβει για ν' αποσπάσει από την κυβέρνηση τον άλφα ή τον βήτα απαραίτητο νόμο για τους εργάτες κτλ.* . Η διδασκαλία όμως του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε από τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των ευπόρων τάξεων, η διανόηση. Οι θεμελιωτές του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ενγκελς, ανήκαν και οι ίδιοι, ως προς την κοινωνική τους θέση, στην αστική διανόηση. Το ίδιο και στη Ρωσία η θεωρητική διδασκαλία της σοσιαλδημοκρατίας εμφανίστηκε εντελώς ανεξάρτητα από την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, εμφανίστηκε σαν φυσικό και αναπόφευχτο επακόλουθο της ανάπτυξης της σκέψης μέσα στην επαναστατική-σοσιαλιστική διανόηση. Στην εποχή για την οποία μιλάμε, δηλ. στα μέσα της δεκαετίας 1890-1900, η διδασκαλία αυτή δεν ήταν μόνο ένα πρόγραμμα εντελώς διαμορφωμένο της ομάδας «Απελευθέρωση της δουλιάς», αλλά είχε κερδίσει κιόλας με το μέρος της την πλειονότητα της επαναστατικής νεολαίας της Ρωσίας.

Συνεπώς, υπήρχε και το αυθόρμητο ξύπνημα των εργατικών μαζών, το ξύπνημα στη συνειδητή ζωή και στο συνειδητό αγώνα, υπήρχε και μια εξοπλισμένη με τη σοσιαλδημοκρατική θεωρία «επαναστατική νεολαία πού φλεγόταν από τον πόθο να έρθει σε επαφή με τους εργάτες. Σχετικά μ' αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ν' αναφέρουμε ένα γεγονός, που συχνά το ξεχνάνε (και σχετικά δεν είναι πολύ γνωστό), το γεγονός δηλ. ότι οι πρώτοι σοσιαλδημοκράτες εκείνης της περιόδου, που ασχολούνταν με ζήλο με την οικονομική ζύμωση - (και που υπολόγιζαν απόλυτα σ' αυτή τους τη δουλειά τις πραγματικά ωφέλιμες υποδείξεις της μπροσούρας «Για τη ζύμωση» που τότε ήταν ακόμα χειρόγραφη)- όχι μόνο δε θεωρούσαν τη ζύμωση αυτή σαν το μοναδικό καθήκον τους, μα, απεναντίας, από την πρώτη στιγμή προωθούσαν και τα πιο πλατιά ιστορικά καθήκοντα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας γενικά, και το καθήκον της ανατροπής της απολυταρχίας ειδικά...

... Αυτό δείχνει - (πράγμα πού δεν μπορεί να το καταλάβει με κανένα τρόπο το «Ραμπότσεγε Ντιέλο») - ότι κάθε υπόκλιση μπρος στο αυθόρμητο του εργατικού κινήματος, κάθε μείωση του ρόλου του «συνειδητού στοιχείου», του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας, σημαίνει ταυτόχρονα - εντελώς ανεξάρτητα από το αν αυτός που μειώνει αυτό το ρόλο το θέλει είτε όχι - δυνάμωμα της επίδρασης της αστικής ιδεολογίας πάνω στους εργάτες. Ολοι όσοι μιλούν για «υπερεκτίμηση της ιδεολογίας»* , για μεγαλοποίηση του ρόλου του συνειδητού στοιχείου* * κτλ. φαντάζονται, ότι το καθαρά εργατικό κίνημα μπορεί αυτό καθαυτό να επεξεργαστεί και θα επεξεργαστεί μια ανεξάρτητη ιδεολογία, αρκεί μόνο οι εργάτες «ν' αποσπάσουν από τα χέρια των ηγετών την τύχη τους». Αυτό όμως είναι μεγάλο λάθος. 

Μια και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανεξάρτητη ιδεολογία, επεξεργασμένη από τις ίδιες τις εργατικές μάζες στην πορεία του κινήματος τους* * * , το ζήτημα μπαίνει μόνο έτσι είτε αστική είτε σοσιαλιστική ιδεολογία. Μέσος όρος δεν υπάρχει (γιατί η ανθρωπότητα δεν έχει επεξεργαστεί καμιά «τρίτη» ιδεολογία• και γενικά, σε μια κοινωνία που σπαράζεται από ταξικές αντιθέσεις, δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ εξωταξική ή υπερταξική ιδεολογία). Για το λόγο αυτό κάθε μείωση του ρόλου της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, κάθε απομάκρυνση απ' αυτήν σημαίνει ταυτόχρονα και δυνάμωμα της αστικής ιδεολογίας. Γίνεται λόγος για το αυθόρμητο. Η αυθόρμητη όμως εξέλιξη του εργατικού κινήματος τραβάει ίσα ίσα στην υποταγή του στην αστική ιδεολογία... γιατί το αυθόρμητο εργατικό κίνημα είναι τρέιντ-γιουνιονισμός... και τρέιντ-γιουνιονισμός σημαίνει ακριβώς ιδεολογική υποδούλωση των εργατών στην αστική τάξη. Γι' αυτό το λόγο το καθήκον μας, το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας, είναι ν' αγωνιστούμε ενάντια στο αυθόρμητο, για ν� αποτραβήξουμε το εργατικό κίνημα απ' αυτή την αυθόρμητη τάση του τρέϊντ-γιουνιονισμού να μπει κάτω από τα φτερά της αστικής τάξης, και να το τραβήξουμε κάτω από τα φτερά της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας. Γι� αυτό, ο ισχυρισμός των συνταχτών του «οικονομιστικού» γράμματος που δημοσιεύτηκε στο φύλλο 12 της «Ισκρα», ότι καμιά προσπάθεια και των πιο εμπνευσμένων θεωρητικών δεν μπορεί ν' αποτραβήξει το εργατικό κίνημα από το δρόμο που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση των υλικών στοιχείων και του υλικού περιβάλλοντος, ισοδυναμεί απόλυτα με απάρνηση του σοσιαλισμού• κι αν οι συντάχτες του γράμματος αυτού ήταν σε θέση να σκεφτούν κατά βάθος χωρίς φόβο και με συνέπεια αυτά που λένε, όπως πρέπει να κάνει ο καθένας που μπαίνει στο στίβο της φιλολογικής και της δημόσιας δράσης, δε θα τους έμενε τίποτε άλλο παρά «να σταυρώσουν στο στήθος τα άχρηστα χέρια τους» και... και ν� αφήσουν το πεδίο δράσης στους «κ.κ. Στρούβε και Προκοπόβιτς, που τραβούν το εργατικό κίνημα «στη γραμμή της μικρότερης αντίστασης», δηλ. στη γραμμή του αστικού τρέιντ-γιουνιονισμού ή στους κ.κ. Ζουμπάτοφ που το τραβούν στη γραμμή της παπαδίστικης-χωροφυλακίστικης «ιδεολογίας».

Θυμηθείτε το παράδειγμα της Γερμανίας. Ποια ήταν η ιστορική υπηρεσία του Λασσάλ στο εργατικό κίνημα της Γερμανίας; Οτι αποτράβηξε το κίνημα αυτό από το δρόμο του προοδευτικού τρέιντ-γιουνιονισμού και κοοπερατιβισμού, όπου τραβούσε αυθόρμητα (με την καλόβουλη συμμετοχή των διαφόρων Σούλτσε-Ντέλιτς και των ομοίων τους). Για να εκπληρωθεί αυτό το καθήκον χρειάστηκε κάτι που δεν έμοιαζε καθόλου με τις συζητήσεις για υποτίμηση του αυθόρμητου στοιχείου, για ταχτική-προτσές, για την αλληλεπίδραση στοιχείων και περιβάλλοντος κτλ. Γι' αυτό το πράγμα χρειάστηκε απεγνωσμένος αγώνας ενάντια στο αυθόρμητο, και μόνο ύστερα από ένα τέτοιον αγώνα που κράτησε πολλά, πάρα πολλά χρόνια στάθηκε δυνατό λχ. ο εργατικός πληθυσμός του Βερολίνου από στήριγμα του προοδευτικού κόμματος να γίνει ένα από τα καλύτερα φρούρια της σοσιαλδημοκρατίας. Και ο αγώνας αυτός δεν τέλειωσε καθόλου ως τα σήμερα (όπως θα νόμιζαν όσοι μελετούν την ιστορία του γερμανικού κινήματος κατά τον Προκοπόβιτς και τη φιλοσοφία του κατά τον Στρούβε). Και σήμερα ακόμα η εργατική τάξη της Γερμανίας είναι, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, χωρισμένη σε κάμποσες ιδεολογίες: ένα μέρος από τους εργάτες είναι οργανωμένο στα καθολικά και στα μοναρχικά συνδικάτα, ένα άλλο στα συνδικάτα Χιρς-Ντούνκερ που Ιδρύθηκαν από τους αστούς θιασώτες του αγγλικού τρέιντ-γιουνιονισμού, ένα τρίτο μέρος είναι οργανωμένο στα σοσιαλδημοκρατικά συνδικάτα. Η τελευταία αυτή μερίδα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη απ' όλες τις υπόλοιπες, μόνο όμως με την αδιάλλαχτη πάλη ενάντια σ' όλες τις άλλες ιδεολογίες η σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία μπόρεσε να καταχτήσει και θα μπορέσει να διατηρήσει αυτή την υπεροχή.

Γιατί όμως - θα ρωτήσει ο αναγνώστης - το αυθόρμητο κίνημα, το κίνημα που ακολουθεί τη γραμμή της μικρότερης αντίστασης, οδηγεί ίσα ίσα στην κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας; Για τον απλούστατο λόγο, ότι η αστική ιδεολογία είναι ως προς την προέλευση της πολύ πιο παλιά από τη σοσιαλιστική ιδεολογία• γιατί είναι πιο πολύπλευρα δουλεμένη και γιατί διαθέτει ασύγκριτα περισσότερα μέσα διάδοσης... 


γ) ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΚΑΙ Η «ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ»


Κατευθύνοντας ενάντια στην «Ισκρα» τη «θεωρία» του για το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών», ο Μαρτίνοφ αποκάλυψε στην πραγματικότητα ότι επιδιώκει να μειώσει αυτή τη δραστηριότητα, γιατί διακήρυξε πως η ίδια η οικονομική πάλη που μπροστά της υποκλίνονταν όλοι οι «οικονομιστές», είναι το προτιμότερο, το σπουδαιότερο και το «πιο πλατιά χρησιμοποιήσιμο» μέσο αφύπνισης αυτής της δραστηριότητας και το πλατύτερο πεδίο αυτής της δραστηριότητας. Και το σφάλμα αυτό είναι χαρακτηριστικό, επειδή ακριβώς δεν ανήκει καθόλου μόνο στον Μαρτίνοφ. Στην πραγματικότητα το «ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών» μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον όρο, ότι δε θα περιοριζόμαστε στην «πολιτική ζύμωση σε οικονομικό έδαφος». Κι ένας από τους βασικούς όρους για την αναγκαία επέκταση της πολιτικής ζύμωσης είναι η οργάνωση ολόπλευρων πολιτικών αποκαλύψεων. Η πολιτική συνείδηση και η επαναστατική δραστηριότητα των μαζών δεν μπορούν να καλλιεργηθούν διαφορετικά, παρά μόνο με τις αποκαλύψεις αυτές. Συνεπώς, η τέτοιου είδους δράση αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες λειτουργίες ολόκληρης της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, γιατί και η ύπαρξη πολιτικής ελευθερίας δεν εξαλείφει καθόλου, την ανάγκη των αποκαλύψεων, αλλά απλώς μετατοπίζει κάπως τη σφαίρα κατεύθυνσης τους. Λογουχάρη, το γερμανικό κόμμα δυναμώνει ιδιαίτερα τις θέσεις του και επεκτείνει την επιρροή του, ακριβώς χάρη στην αμείωτη δραστηριότητα με την οποία διεξάγει την εκστρατεία των πολιτικών αποκαλύψεων. Η συνείδηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι αληθινά πολιτική συνείδηση, αν οι εργάτες δεν μάθουν ν' απαντούν σ' όλες χωρίς εξαίρεση τις περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και κατάχρησης, οποιεσδήποτε τάξεις κι αν αφορούν οι περιπτώσεις αυτές• και μάλιστα, ν' απαντούν από σοσιαλδημοκρατική κι όχι από οποιαδήποτε άλλη σκοπιά. Η συνείδηση της μάζας των εργατών δεν μπορεί να είναι αληθινά ταξική συνείδηση, αν οι εργάτες δε μάθουν σε συγκεκριμένα και κατά πρώτο λόγο σε φλέγοντα (επίκαιρα) πολιτικά γεγονότα και περιστατικά να παρατηρούν την κάθε άλλη κοινωνική τάξη σ' όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής, ηθικής και πολιτικής ζωής της• αν δε μάθουν να εφαρμόζουν στην πράξη την υλιστική ανάλυση και την υλιστική εκτίμηση όλων των πλευρών της ζωής και δράσης όλων των τάξεων, στρωμάτων και ομάδων του πληθυσμού. Οποιος συγκεντρώνει την προσοχή, την παρατηρητικότητα και τη συνείδηση της εργατικής τάξης αποκλειστικά, ή έστω και κυρίως, μόνο στον εαυτό της, αυτός δεν είναι σοσιαλδημοκράτης, γιατί η αυτεπίγνωση της εργατικής τάξης συνδέεται αδιάρρηχτα με την πλήρη σαφήνεια όχι μόνο των θεωρητικών... πιο σωστό μάλιστα θάταν να πούμε όχι τόσο των θεωρητικών αντιλήψεων, για τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ όλων των τάξεων της σύγχρονης κοινωνίας, όσο των αντιλήψεων για τις σχέσεις αυτές, που έχουν αποχτηθεί με την πείρα της πολιτικής ζωής. Να γιατί είναι τόσο πολύ επιζήμια και τόσο βαθιά αντιδραστική ως προς την πραχτική της σημασία η ιδέα που κηρύχνουν οι «οικονομιστές» μας, ότι η οικονομική πάλη είναι το πιο πλατιά χρησιμοποιήσιμο μέσο για να τραβηχτούν οι μάζες στο πολιτικό κίνημα. Για να γίνει σοσιαλδημοκράτης ένας εργάτης, πρέπει να έχει σαφή εικόνα της οικονομικής φύσης και της κοινωνικοπολιτικής φυσιογνωμίας του τσιφλικά και του παπά, του ανώτερου αξιωματούχου και του αγρότη, του φοιτητή και του αλήτη, να ξέρει τις δυνατές και τις αδύνατες πλευρές τους, πρέπει να μπορεί να καταλαβαίνει τις συνηθισμένες φράσεις και τα κάθε λογής σοφίσματα, με τα οποία κάθε τάξη και κάθε στρώμα συγκαλύπτουν τις εγωιστικές επιδιώξεις τους και τον αληθινό «εσωτερικό» τους «κόσμο», να ξέρει να διακρίνει τι συμφέροντα αντανακλούν ορισμένοι θεσμοί και νόμοι και πώς ακριβώς τα αντανακλούν. Αυτή όμως τη «σαφή εικόνα» δεν μπορεί να την έχεις από κανένα βιβλίο: αυτή μπορούν να σου τη δώσουν μόνο οι ζωντανές εικόνες και οι αποκαλύψεις που γίνονται με βάση τα ζωντανά ακόμη ίχνη αυτού που συμβαίνει γύρω μας στη δοσμένη στιγμή, για το οποίο μιλάει ο καθένας με τον τρόπο του ή τουλάχιστο το ψιθυρίζει ο καθένας, πράγμα που εκφράζεται στα τάδε γεγονότα, στους τάδε αριθμούς, στις τάδε δικαστικές αποφάσεις κτλ. κτλ. κτλ. Οι ολόπλευρες αυτές πολιτικές αποκαλύψεις αποτελούν αναγκαίο και βασικό όρο για την καλλιέργεια της επαναστατικής δραστηριότητας των μαζών. 

Με την ευκαιρία σημειώνουμε ότι στην Ιστορία του νεότερου σοσιαλισμού αυτή είναι ίσως η μοναδική κι εξαιρετικά παρήγορη στο είδος της περίπτωση, που για πρώτη φορά ή σύγκρουση των διάφορων κατευθύνσεων μέσα στο σοσιαλισμό έχει μετατραπεί από εθνική σε διεθνή. Στο παρελθόν οι διαμάχες ανάμεσα στους λασσαλικούς καί στους αϊζεναχικούς, ανάμεσα στους γκεντιστές και στους ποσσιμπιλιστές, ανάμεσα στους φαβιανούς και στους σοσιαλδημοκράτες, ανάμεσα στους «ναροντοβόλτσι» και στους σοσιαλδημοκράτες παρέμεναν καθαρά εθνικές φιλονικίες, αντανακλούσαν καθαρώς εθνικά χαρακτηριστικά και γίνονταν, ας πούμε, σε διαφορετικά επίπεδα. Σήμερα (αυτό είναι τώρα πια ολοφάνερο) οι άγγλοι φαβιανοί, οι γάλλοι μινιστεριαλιστές, οι γερμανοί μπερνσταϊνικοί, οι ρώσοι κριτικοί όλοι τους αποτελούν μια οικογένεια, όλοι τους επαινούν ο ένας τον άλλο, διδάσκονται ο ένας από τον άλλο και όλοι μαζί ξεσπαθώνουν ενάντια στο «δογματικό» μαρξισμό. Ισως σ' αυτή την πρώτη, πραγματικά διεθνή, σύγκρουση με το σοσιαλιστικό οπορτουνισμό η διεθνής επαναστατική σοσιαλδημοκρατία να δυναμώσει αρκετά, ώστε να βάλει τέρμα στην πολιτική αντίδραση πού ήδη από καιρό βασιλεύει στην Ευρώπη.* Ο τρέιντ-γιουνιονισμός δεν αποκλείει καθόλου την «πολιτική», όπως νομίζουν καμιά φορά. Τα τρέιντ-γιούνιον έκαναν πάντα μια ορισμένη πολιτική ζύμωση και πάλη (όχι όμως σοσιαλδημοκρατική). Στο επόμενο κεφάλαιο θα μιλήσουμε για τη διαφορά ανάμεσα στην τρέιντ-γιουνιονιστική και στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική.



πηγή: Παναγιώτης Βήχος