Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.

Ζοζέ Σαραμάγκου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κύπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κύπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.4.14

Η ΕΟΚΑ και η ένοπλη δράση


Τη νύχτα της 31ης Μάρτη με 1η Απρίλη του 1955, στη Λευκωσία, στη Λάρνακα και μερικές άλλες πόλεις της Κύπρου σημειώθηκαν εκρήξεις βομβών που έπληξαν κυβερνητικά κτίρια του αποικιοκρατικού καθεστώτος. Στη Λευκωσία πλήγηκε ο ραδιοσταθμός και το μέγαρο της Αρχιγραμματείας. Στη Λάρνακα πλήγηκε το Διοικητήριο, η διοίκηση της Αστυνομίας, το δικαστικό μέγαρο. Στις άλλες πόλεις τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά ή δεν υπήρξαν καθόλου, γιατί δεν έγινε δυνατό να πραγματοποιηθεί ό,τι είχε σχεδιαστεί. Γενικά επρόκειτο για μια επιχείρηση - σαμποτάζ χωρίς ιδιαίτερα σημαντικά αποτελέσματα, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η Αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τους σαμποτέρ ή να εμποδίσει την πραγματοποίηση των σκοπών τους. Αλλά ποιος ήταν πίσω απ' όλη αυτή τη δουλειά;

Το ίδιο βράδυ που έγιναν οι εκρήξεις, κυκλοφόρησε στην Κύπρο μία προκήρυξη με την υπογραφή "ΕΟΚΑ, Ο αρχηγός Διγενής". Η προκήρυξη πληροφορούσε ότι άρχιζε ο αγώνας για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού. Εθετε ως σύνθημα του αγώνα το "'Η ταν ή επί τας". Αναφερόταν στους Μαραθωνομάχους, στους Σαλαμινομάχους, στους τριακόσιους του Λεωνίδα, στους αγωνιστές του '21 και του αλβανικού έπους και καλούσε τους Ελληνες της Κύπρου - δε γινόταν η παραμικρή άμεση ή έμμεση αναφορά στον τουρκοκυπριακό πληθυσμό - να αγωνιστούν για τη λευτεριά του νησιού (ολόκληρη η προκήρυξη: Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα - Διγενή: "Απομνημονεύματα αγώνος ΕΟΚΑ 1955 - 1959", Αθήναι 1961, σελ. 34 και Σπ. Παπαγεωργίου: "Αρχείον των παρανόμων εγγράφων του κυπριακού αγώνος 1955 - 1959", εκδόσεις "Κ. Επιφανίου", σελ. 50 - 60 κ.α).

Οπως ήταν φυσικό ελάχιστοι συγκινήθηκαν διαβάζοντας ένα τέτοιο κείμενο. Πολλοί ίσως το θεώρησαν αφελέστατο και γι' αυτό προβοκατόρικο και αρκετοί, μάλλον γέλασαν θεωρώντας το, αν μη τι άλλο, κείμενο μαθητικής εκθέσεως παρά το πρώτο εθνεγερτικό ντοκουμέντο για το ξεκίνημα του ένοπλου εθνικοαπελευθερωτικού - αντιαποικιακού αγώνα. Γενικά, πάντως, η μυρωδιά της προβοκάτσιας ερχόταν στη μύτη όλων των υποψιασμένων Ελλήνων και Κυπρίων που έβλεπαν το φιάσκο των εκρήξεων και το παιδαριώδες περιεχόμενο της προκήρυξης, που δε γνώριζαν τίποτα για την ΕΟΚΑ και τον αρχηγό της, τον επονομαζόμενο "Διγενή" (πόσο μάλλον αν γνώριζαν κιόλας) και που ήξεραν καλά ότι οι Εγγλέζοι ήταν ικανοί να κάνουν τα πάντα. Τι είχε συμβεί λοιπόν; Ποια ήταν αυτή η ΕΟΚΑ και ποιος ο "Διγενής" της;

Η "Χ", ο Γρίβας και η Κύπρος

Η ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) δεν εμφανίστηκε στην Κύπρο από τη μία μέρα στην άλλη. Οπως γράφει ο αρχηγός της Γ. Γρίβας, οι συζητήσεις για ένοπλη δράση στη Μεγαλόνησο άρχισαν από τον Αύγουστο του 1950 με τη συμμετοχή κορυφαίων παραγόντων της πολιτικής ζωής της χώρας και γνωστών αντικομμουνιστών, σαν το διπλωμάτη Αχιλ. Κύρου, τον τότε αρχηγό του ΓΕΣ στρατηγό Κοσμά κ.ά., με τη συμμετοχή, βεβαίως, του Μακάριου που επίσης ήταν συντηρητικών - αντικομμουνιστικών αντιλήψεων, (ήταν αυτός, για παράδειγμα, που, όταν το 1948 επισκέφθηκε τη Μακρόνησο, έγραψε στο βιβλίο των επισκεπτών: "Ενα ψυχικό λουτρό ήταν για μας η επίσκεψή μας εις την Μακρόνησον. Φεύγουμε μ' ακλόνητη την πίστη πως η Ελλάδα μας ποτέ δεν πεθαίνει" - Γ. Πικρού: "Το χρονικό της Μακρονήσου" σελ. 204).
Στο τελικό, τουλάχιστον, στάδιο των προετοιμασιών συμφωνία και υποστήριξη για ένοπλη δράση στο νησί υπήρξε και από την κυβέρνηση του Παπάγου.
Ολη η προετοιμασία της ένοπλης δράσης στην Κύπρο, μέχρι την εμφάνιση της ΕΟΚΑ, έγινε στην Αθήνα. Εδώ πάρθηκε η απόφαση να στηριχτεί η όλη δουλιά στο Γρίβα και τους χίτες του, εδώ λήφθηκαν οι τελικές αποφάσεις, εδώ καθορίστηκε η μορφή και ο χαρακτήρας που θα έπαιρνε η όλη επιχείρηση. Τρία ήταν - όπως αποδείχτηκε άλλωστε και στην πράξη - τα χαρακτηριστικά της οργάνωσης που θα διεξήγαγε την ένοπλη πάλη: Ο εθνικιστικός σοβινισμός, ο αντικομμουνισμός και ο περιορισμός την ένοπλης δράσης αυστηρά στο πλαίσιο των σαμποτάζ και της ατομικής τρομοκρατίας. Γι' αυτό και δεν είναι τυχαίο που η όλη υπόθεση ανατέθηκε στο Γρίβα, ενώ οι Αγγλοι κάθε άλλο παρά επιδίωξαν να εμποδίσουν την πραγματοποίησή της αν και μπορούσαν να καταπνίξουν κάθε κίνηση εν τη γενέσει της, δεδομένου ότι γνώριζαν τα πάντα, από την αρχή και με λεπτομέρειες.

Ο Γεώργιος Γρίβας, Κύπριος στην καταγωγή, μεγάλωσε και σταδιοδρόμησε στην Ελλάδα υπηρετώντας στον ελληνικό στρατό από τη θέση του μόνιμου αξιωματικού. Ηταν βασιλόφρονας, πολιτικά πρωτόγονος και πάνω απ' όλα τυφλός αντικομμουνιστής. Στην περίοδο της Κατοχής υπηρέτησε στην υπηρεσία στρατιωτικών αρχείων του κατοχικού κράτους και ηγήθηκε μιας συνωμοτικής - αντικομμουνιστικής οργάνωσης που έφερε το όνομα "Χ". Η οργάνωση αυτή έγινε γνωστή μόνο μετά την απελευθέρωση για την αντικομμουνιστική τρομοκρατική δράση της. Στη διάρκεια της Κατοχής δρούσε συνωμοτικά για λογαριασμό των κατοχικών αρχών ενάντια στο ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ, αλλά ταυτόχρονα δούλευε και για λογαριασμό των Αγγλων κάνοντας την ίδια αντιΕΑΜική - αντικομμουνιστική δουλιά. Τώρα, αν πρόσφερε περισσότερες υπηρεσίες στους κατακτητές ή στους Εγγλέζους δεν έχει και τόση σημασία. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το επίσημο ελληνικό κράτος ανακήρυξε τη "Χ" αντιστασιακή οργάνωση κατά των Γερμανών, μόνο μετά τον εμφύλιο πόλεμο, στα 1951, μαζί με όλους τους δοσιλόγους τους οποίους προηγουμένως είχε χρησιμοποιήσει για να καταπνίξει το ΕΑΜικό και κομμουνιστικό κίνημα της χώρας.

Μετά την απελευθέρωση η "Χ" με τον αρχηγό της Γ. Γρίβα πέρασε υπό την προστασία των Εγγλέζων και ανέλαβε το έργο της τρομοκράτησης και εξόντωσης των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης. Παρόμοια δράση ανέπτυξε στη διάρκεια του εμφυλίου. Επίσης έλαβε μέρος στις ψευτοεκλογές του '46 ως "Κόμμα των Χιτών", καθώς και στις εκλογές του 1950 ως "Αγροτικό κόμμα των Χιτών". Και στις δύο περιπτώσεις καταποντίστηκε (Βλέπε αναλυτικά: Ν. Ψυρούκη: "Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας", εκδόσεις "Επικαιρότητα", τόμος β' σελ. 312-313 και Μακάριου Δρουσιώτη: "ΕΟΚΑ η σκοτεινή όψη", εκδόσεις "Στάχυ", σελ. 19-38).

ΕΜΑΚ και ΕΟΚΑ

Με τις προαναφερόμενες περγαμηνές ο Γρίβας επισκέφθηκε την Κύπρο τον Ιούλιο του 1951 - ύστερα από συμφωνία με τον Μακάριο - ώστε να κάνει μια πρώτη αναγνώριση της κατάστασης και να εκτιμήσει τις δυνατότητες ένοπλης δράσης. Τον Οκτώβρη του 1952 ξαναπήγε στο νησί και με τη βοήθεια του Μακάριου δημιούργησε από τις εκκλησιαστικές οργανώσεις νεολαίας (Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νεολαίας και Ορθόδοξη Χριστιανική Ενωση Νεολαίας) τον πρώτο πυρήνα της οργάνωσής του (Γ. Γρίβα - Διγενή, στο ίδιο, σελ. 15-16 και 19-20). Τέλος, το Φθινόπωρο του 1954 ο Γρίβας πέρασε από τη Ρόδο και πάλι στην Κύπρο, αλλά αυτή τη φορά η παραμονή του στη νησί θα κρατήσει ως το 1959.

Η αρχική ονομασία της οργάνωσης του Γρίβα στην Κύπρο δεν ήταν ΕΟΚΑ, αλλά ΕΜΑΚ (Εθνικό Μέτωπο Απελευθέρωσης Κύπρου). Αυτό αποκαλύφθηκε το Γενάρη του 1955 όταν οι αγγλικές δυνάμεις κατοχής έπιασαν το ιστιοφόρο "Αγιος Γεώργιος" που μετέφερε στο νησί όπλα και πυρομαχικά από την Ελλάδα, αλλά και μια διακήρυξη που καλούσε τους Ελληνες στον ένοπλο αγώνα, ζητούσε όμως από τους κομμουνιστές να μην αναμειχθούν σ' αυτόν, και έφερε ως υπογραφή τα αρχικά ΕΜΑΚ (Πλουτή Σέρβα: "Κυπριακό - ευθύνες", εκδόσεις "Γραμμή", τόμος Α' σελ. 414-416). Η αποκάλυψη της ΕΜΑΚ οδήγησε στη μετονομασία της σε ΕΟΚΑ. Κι έτσι ξεκίνησε ένας ένοπλος αγώνας, που ήθελε να ονομάζεται εθνικοαπελευθερωτικός. Τώρα τι σόι εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ήταν αυτός όταν απέκλειε από τις τάξεις του τους κομμουνιστές και τους τουρκοκύπριους, δηλαδή πάνω από το μισό του πληθυσμού της Κύπρου, αυτό εύκολα κανείς μπορεί να το καταλάβει.

Το ΚΚΕ, το ΑΚΕΛ και η ΕΟΚΑ

Οπως προαναφέραμε η έναρξη δράσης της ΕΟΚΑ δημιούργησε πολλές επιφυλάξεις, υποψίες και αντιδράσεις. Φυσικό επόμενο η πιο έντονη αντίδραση να προέρχεται από τις πιο υπεύθυνες λαϊκές πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας και της Κύπρου, από το ΚΚΕ και το ΑΚΕΛ.
Ετσι, όταν στις 31 Μάρτη - 1 Απρίλη του '55 έγιναν τα σαμποτάζ και κυκλοφόρησε η πρώτη προκήρυξη του Γρίβα και της ΕΟΚΑ, για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω, το ΑΚΕΛ αντέδρασε μιλώντας για προβοκάτσια που "κρύβεται κάτω από το μανδύα της "εθνικής δράσης"", και τόνισε ότι "αυτού του είδους η δραστηριότητα μονάχα ζημιά μπορεί να προκαλέσει στον κυπριακό αγώνα" (Μ. Δρουσιώτη: στο ίδιο, σελ. 85). Επίσης το ΚΚΕ με άρθρο του ΓΓ της ΚΕ του, Ν. Ζαχαριάδη, που μεταδόθηκε από το ραδιοσταθμό του κόμματος "Ελεύθερη Ελλάδα" στις 24/4/1955 και που στηριζόταν σε στοιχεία αδιαμφισβήτητα, τόνισε μεταξύ άλλων: "Το Φλεβάρη του 1955 πιάστηκε από τους Αγγλους το βενζινόπλοιο "Αγιος Γεώργιος", που ο καπετάνιος του, στον πόλεμο ήταν στην υπηρεσία των Βρετανών, μαζί του δε πιάστηκε και ο Σωκράτης Λοϊζίδης, παλιός πράκτορας της Ιντέλιτζενς Σέρβις και φρέσκος στο "Εφ Μπι Αϊ". Στην τσάντα του Λοϊζίδη βρέθηκε και κατασχέθηκε το καταστατικό μιας ψευτοπατριωτικής οργάνωσης ΕΜΑΚ, που αργότερα μετονομάστηκε ΕΟΚΑ. Η οργάνωση αυτή, έχει επικεφαλής της ένα γνωστό ψευτοπαλικαρά, αξιωματικό Χίτη, το Γρίβα, που μετά τη Βάρκιζα δολοφονούσε πατριώτες και που μπροστά στο Δημοκρατικό Στρατό, το 'κοβε λάσπη. Πρόκειται για τον ψευτο-διγενή, που οι Αγλλοι τον κυνηγάν δήθεν, μα δεν τον πιάνουν και που φυσικά τα όπλα που μαζεύει, προορίζονται για το ΑΚΕΛ και τον κυπριακό λαό" (Ν. Ψυρούκη, στο ίδιο, σελ. 320 και Μ. Δρουσιώτη, στο ίδιο, σελ. 86).
Οι κρίσεις που έκαναν τότε το ΑΚΕΛ και το ΚΚΕ δικαιώθηκαν απόλυτα από την ίδια τη ζωή. Θα έλεγε κανείς ότι συνεχίζουν να δικαιώνονται μέχρι σήμερα, με τα νέα στοιχεία που η ιστορική έρευνα φέρνει στο φως. Αυτό όμως θα το δούμε αναλυτικότερα στο επόμενο σημείωμα.
Γ. Π.

 Η ΕΟΚΑ και η ένοπλη δράση (μέρος β')

Ο Γεώργιος Γρίβας, Κύπριος στην καταγωγή, μεγάλωσε και σταδιοδρόμησε στην Ελλάδα υπηρετώντας στον ελληνικό στρατό από τη θέση του μόνιμου αξιωματικού. Ηταν βασιλόφρονας, πολιτικά πρωτόγονος και πάνω απ' όλα τυφλός αντικομμουνιστής. Στην περίοδο της Κατοχής υπηρέτησε στην υπηρεσία στρατιωτικών αρχείων του κατοχικού κράτους και ηγήθηκε μιας συνωμοτικής - αντικομμουνιστικής οργάνωσης που έφερε το όνομα "Χ". Η οργάνωση αυτή έγινε γνωστή μόνο μετά την απελευθέρωση για την αντικομμουνιστική τρομοκρατική δράση της



Στην ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ δεν αντέδρασαν μόνο το ΚΚΕ και το ΑΚΕΛ όπως εντέχνως καλλιεργείται για δεκαετίες. Τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης, για τους δικούς τους λόγους, καταδίκασαν το κίνημα του Γρίβα στο ξεκίνημά του και μάλιστα με γλώσσα αρκετά σκληρή, αφήνοντας φανερά την εντύπωση πως επρόκειτο για μια προβοκάτσια που εξυπηρετούσε τα αγγλικά συμφέροντα και στρεφόταν κατά του κυπριακού λαού. Για παράδειγμα, η εφημερίδα "Βήμα" στο φύλλο στις 2 Απρίλη 1955, λίγες ώρες μετά τις εκρήξεις των βομβών της ΕΟΚΑ στην Κύπρο, έγραφε χαρακτηριστικά: "Με ολίγας χειροκινήτους βόμβας, αι οποίαι δεν προκαλούν ζημίας και δε σημειώνουν θύματα, δεν πρόκειται ασφαλώς να απελευθερωθή η Κύπρος, όπως δεν επρόκειτο να απελευθερωθή και με τα καψούλια δυναμίτιδος του "Αγιου Γεωργίου"... Τι δύνανται λοιπόν να σημάνουν αι πρόχειροι και άσκοποι εκρήξεις της Λευκωσίας και των τριών άλλων κυπριακών πόλεων; Την απελευθέρωσιν της Κύπρου δε θα ηδύναντο να την επιτύχουν, έστω και επαναλαμβανόμεναι... Μήπως όμως θα ηδύναντο να δώσουν εις τους Αγγλους την αφορμήν και την ευκαιρίαν να ισχυρισθούν ότι αντιμετωπίζουν ένα κίνημα ενεργητικής αντιστάσεως εις την Κύπρον και να λάβουν μέτρα και να μεταχειρισθούν τον Κυπριακόν Λαόν ανάλογα; Αυτή είναι η υποψία που γεννάται σήμερον εις τον Ελληνικόν Λαόν" (Σπ. Λιναρδάτου: "Από τον εμφύλιο στη Χούντα", τόμος β', σελ. 281, Κ. Αθανασιάδη: "Πώς και ποιοι πρόδωσαν την Κύπρο", Νέα Υόρκη 1991, εκδόσεις "Καμπάνα", σελ. 356 κ.ά.).

Κρίσεις, επικρίσεις, χαρακτηριστικές ομολογίες

Οι αμφισβητήσεις γύρω από την ΕΟΚΑ, την ένοπλη δράση της και την ουσιαστική της προσφορά στον αγώνα της Κύπρου δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν στους κόλπους της ελληνικής και κυπριακής ολιγαρχίας. Θα 'λεγε κανείς ότι με το πέρασμα του χρόνου, όταν προστέθηκε και η πρακτική εμπειρία, ενισχύθηκαν, απέκτησαν πιο συγκεκριμένο, πιο πολύπλευρο, πιο ολοκληρωμένο περιεχόμενο. Στην αρχή, όταν η ένοπλη δράση δεν είχε ακόμη ξεκινήσει, όταν ήταν ζήτημα μελέτης, πολλοί στρατιωτικοί και πολιτικοί στην Αθήνα είχαν εκφραστεί αρνητικά στην υλοποίηση του εγχειρήματος. "Το εγχείρημα εμφανιζόταν πολύ δύσκολο", γράφει ο Σπ. Λιναρδάτος και προσθέτει: "Αγγλοι και Αμερικανοί εμπειρογνώμονες, που είχαν επί τόπου μελετήσει επανειλημμένα το ζήτημα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Κύπρος δεν προσφερόταν για αντάρτικο για λόγους εδαφικούς και γεωγραφικούς (διαμόρφωση των βουνών της, εύκολος αποκλεισμός της από τη θάλασσα κλπ.) αλλά και ψυχολογικούς" (Α. Γ. Ξύδη, Σ. Λιναρδάτου, Κ. Χατζηαργύρη: "Ο Μακάριος και οι Σύμμαχοί του", εκδόσεις "Γκούτεμπεργκ", σελ. 280).

Πολύ ενδιαφέροντα όμως είναι και όσα γράφει για το θέμα, με το κριτήριο της ύστερης γνώσης, ο Ν. Κρανιδιώτης, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μακάριου, του ανθρώπου δηλαδή που έπαιζε το ρόλο του πολιτικού αρχηγού της ΕΟΚΑ. "Η εκλογή του Γρίβα - σημειώνει ο Ν. Κρανιδιώτης - μαρτυρεί το πνεύμα της κυπριακής ηγεσίας όσον αφορά τη μορφή του αγώνα... Στους κόλπους της Κυπριακής Εθναρχίας υπήρχε, στα πρώτα ιδίως στάδια, έντονο αντικομμουνιστικό πνεύμα και συμπόρευση με τη βασιλόφρονα δεξιά ελλαδική παράταξη. Η Εθναρχία, κατά καιρούς, με εγκυκλίους και ανακοινώσεις της, καταδίκαζε τον κομμουνισμό στην Ελλάδα, και συνέπλεε με την κυβέρνηση των Αθηνών στις διάφορες εξελίξεις και περιπέτειες του εμφυλίου πολέμου. Γι' αυτό και η στρατολογία των αγωνιστών της ΕΟΚΑ (της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών) έγινε από συντηρητικά στοιχεία της κυπριακής νεολαίας, και ιδιαίτερα από εφήβους που ανήκαν σε εκκλησιαστικές οργανώσεις και θρησκευτικά σωματεία, και ήσαν ως εκ τούτου, εμποτισμένοι με τα "εθνικόφρονα" δεξιά ιδεώδη και τις μεγαλοϊδεατικές παραδόσεις της Εκκλησίας και του Εθνους. Ο Γρίβας είχεν αποκλείσει τη συμμετοχή στην Οργάνωση αριστερών στοιχείων. Ετσι η Οργάνωση είχε μονομερή χαρακτήρα, και ο αγώνας έμεινε - έξω από τα πλαίσια των απελευθερωτικών κινημάτων της εποχής του - στα πρότυπα των αλυτρωτικών κινημάτων της Μακεδονίας, της Κρήτης και άλλων τμημάτων του Ελληνισμού". Στη συνέχεια, αναφερόμενος ειδικότερα στο ζήτημα του ένοπλου αγώνα, ο Κρανιδιώτης συμπληρώνει: "Το ζήτημα του ένοπλου αγώνα αποτέλεσε μεταγενέστερα αμφιλεγόμενο θέμα ακόμη και στους κύκλους της Δεξιάς. Δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που δεν έπαυσαν να πιστεύουν, ότι, χωρίς τον ένοπλο αγώνα, η εξέλιξη του Κυπριακού θα ήταν πολύ καλύτερη, με ασφαλή κατάληξη την Ενωση... Ηταν η εποχή των αντιαποικιακών κινημάτων στην Αφρική και την Ασία, και της γενικής αντίστασης των υπόδουλων λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και την ξένη κατοχή. Στο διάστημα των λίγων δεκαετηρίδων, αμέσως μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, η Βρετανική και η Γαλλική Αυτοκρατορία διαλύθηκαν, οι αποικιακοί λαοί απελευθερώθηκαν, και, με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης, νέα κράτη δημιουργήθηκαν, ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Ασίας.

Ανεξάρτητα όμως από την άποψη αυτή - προσθέτει ο Ν. Κρανιδιώτης - το γεγονός ότι είχε αποκλειστεί η Αριστερά, δεν ήταν απλώς μια αδυναμία του αγώνα, αλλά και μια εμπλοκή μέσα στις διεθνείς αντιθέσεις της Ανατολής και της Δύσης. Ετσι ο αγώνας δεν πήρε τον αντιαποικιακό χαρακτήρα άλλων ανάλογων αγώνων και δε στηρίχτηκε αμέσως στην αρχή της αυτοδιάθεσης, ιδιαίτερα στα πρώτα του στάδια, οπότε το αίτημα ήταν αποκλειστικά ένωση με την Ελλάδα, κίνηση που δεν ευνοούσαν η Αμερική, η Μ. Βρετανία, η Τουρκία, η Σοβιετική Ενωση και τα Ηνωμένα Εθνη, και που μοιραία, οδήγησε σε σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, και κατ' επέκταση, μεταξύ Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων" (Ν. Κρανιδιώτη: "Δύσκολα χρόνια - Κύπρος 1950 - 1960", εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 74 - 75 και 77).

Το εθνικιστικό μίσος στην υπηρεσία των Άγγλων

Προσδιορίζοντας τα βασικά χαρακτηριστικά της ΕΟΚΑ και της ένοπλης δράσης της, σύμφωνα με όσα της καταμαρτυρεί η αντίθετη προς τους κομμουνιστές πλευρά, θα μπορούσαμε να σταθούμε στα παρακάτω: Σε μια εποχή που ο κόσμος συγκλονιζόταν από τα αντιιμπεριαλιστικά - αντιαποικιακά κινήματα, η ΕΟΚΑ αποτελούσε την παραφωνία τους.

 Πάλευε δήθεν ενάντια στους Αγγλους αποικιοκράτες αλλά δεν είχε την παραμικρή πολιτικο - ιδεολογική συγγένεια με το διεθνές αντιαποικιακό κίνημα, κανενός είδους πρόγραμμα κοινωνικών αλλαγών, κανένα χαρακτηριστικό που να της προσδίδει μια προοδευτικότητα έστω και θολή. Αντίθετα, επρόκειτο για μια οργάνωση βαθιά συντηρητική που ούτε ήθελε αλλά και ούτε μπορούσε να κάνει πραγματικό αντιαποικιακό αγώνα. Με ιδεολογικό της οπλοστάσιο τον εθνικισμό και το σοβινισμό, το μεγαλοϊδεατισμό και την προγονολατρία, που αιχμές του ήταν ο αντιτουρκισμός και ο αντικομμουνισμός, δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι η ΕΟΚΑ στην ιδεολογία της ταυτιζόταν με τους αποικιοκράτες και στην πολιτική της πρακτική τους ευνοούσε απεριόριστα. Ετσι η Αγγλία δε δίστασε καθόλου να εκμεταλλευτεί τη δράση και το χαρακτήρα της, ιδιαίτερα την εθνικιστική - σοβινιστική της πλευρά, για να προωθήσει μια πολιτική "διαίρει και βασίλευε", δίνοντας το "πράσινο φως" στην Τουρκία να δημιουργήσει κι αυτή τη δική της εθνικιστική οργάνωση στην Κύπρο με σαφή ανθελληνικά χαρακτηριστικά:
Το καλοκαίρι του 1955 στις τουρκικές συνοικίες της Κύπρου εμφανίστηκαν προκηρύξεις μιας εθνικιστικής τρομοκρατικής τουρκοκυπριακής οργάνωσης με το όνομα ΚΙΤΕΜΠ (στη συνέχεια ονομάστηκε VOLKAN και το 1957 ΤΜΤ) που καλούσαν σε αγώνα κατά των Ελληνοκυπρίων. Το αποτέλεσμα ήταν αντί για ενότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατική κατοχή να έχουμε διάσπαση, που πολλές φορές έφερε αιματηρά αποτελέσματα, με τους Αγγλους να παίζουν το ρόλο του επιδιαιτητή. Απ' αυτή μάλιστα την εξέλιξη και τον εθνικιστικό αλληλοσπαραγμό τα πιο τραγικά θύματα ήταν οι προοδευτικοί Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι, ειδικότερα δε οι κομμουνιστές. Σχετικά με τους Τουρκοκυπρίους υπολογίζεται ότι εκείνη την περίοδο εκατοντάδες ήταν μέλη και χιλιάδες οπαδοί του ΑΚΕΛ, ενώ γύρω στις τρεις χιλιάδες ήταν τα μέλη της ΠΕΟ (Παγκύπριας Εργατικής Ομοσπονδίας) (Μιχάλη Πουμπουρή: "Μέρες Δοκιμασίας", Λευκωσία 1993, σελ. 24 - 25). Ολοι αυτοί που αγωνίζονταν με χέρια και με δόντια για την ενότητα και την ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βρέθηκαν ανάμεσα στα πυρά της ΕΟΚΑ και της ΤΜΤ, συγκεντρώνοντας πάνω τους όλο το αντικομμουνιστικό και εθνικιστικό πάθος των δύο αυτών οργανώσεων.

Πογκρόμ αλά "Χ" κατά των κομμουνιστών

Στις μελανότερες, όμως, σελίδες που έγραψε στην Κύπρο η ΕΟΚΑ κατατάσσονται τα πογκρόμ εναντίον των στελεχών, των μελών, των φίλων και των οπαδών του ΑΚΕΛ. Πρόκειται για ένα κεφάλαιο της κυπριακής ιστορίας που αντίστοιχό του βρίσκει στη Λευκή Τρομοκρατία που εξαπέλυσαν κατά του ΕΑΜικού κινήματος οι μοναρχοφασιστικές συμμορίες μετά τη Βάρκιζα. Ο Γρίβας άλλωστε δεν είχε ξεχάσει τις παλιές του συνήθειες, ούτε ότι υπήρξε ο αρχηγός της περιβόητης "Χ". Ετσι από την αρχή της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ εκτόξευε απειλές κατά του ΑΚΕΛ ότι "θα πέσει λεπίδι" (Σπ. Παπαγεωργίου: "Κυπριακή Θύελλα 1955 - 59", εκδόσεις Κ. Επιφανίου, σελ. 305 και Μ. Δρουσιώτη: "ΕΟΚΑ - Η σκοτεινή όψη", εκδόσεις "Στάχυ", σελ. 85). Γρήγορα, μάλιστα, πέρασε στην πράξη. Ετσι από στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί στην Κύπρο προκύπτει, για το χρονικό διάστημα 1955 - 1962, ο εξής αιματηρός απολογισμός της δράσης της ΕΟΚΑ - ή φασιστικών της υπολειμμάτων - σε βάρος του ΑΚΕΛ:
Δεκαοχτώ δολοφονίες μελών και οπαδών του ΑΚΕΛ, 11 τραυματισμοί από πυροβολισμούς, 63 κακοποιήσεις από ξυλοδαρμούς, 19 περιπτώσεις ατόμων που πυροβολήθηκαν ανεπιτυχώς και εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις όπου ΑΚΕΛίτες διαπομπεύτηκαν, εξυβρίστηκαν, συκοφαντήθηκαν ή δέχτηκαν απειλητικές επιστολές για τη ζωή τους (Μ. Πουμπουρή, στο ίδιο σελ. 158 - 167). Στον κατάλογο των τρομοκρατικών ενεργειών κατά του ΑΚΕΛ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΠΕΟ φυσικά προστίθενται και πολλά άλλα περιστατικά, όπως οι επιθέσεις κατά γραφείων και οι απειλητικές προκηρύξεις, πολλές εκ των οποίων ως περιεχόμενό τους είχαν τη συκοφαντία ότι οι κομμουνιστές της Κύπρου και το κόμμα τους ήταν όργανα των Αγγλων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο Γρίβας διέτασσε πογκρόμ κατά των Κυπρίων κομμουνιστών όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ακόμη και σε στιγμές που είχε αναστείλει τη δραστηριότητα της ΕΟΚΑ κατά εγγλέζικων στόχων. Ετσι, για παράδειγμα, το Γενάρη του 1958 ενώ είχε ανακωχή με τους Εγγλέζους, προχώρησε στη δολοφονία δύο συνδικαλιστικών στελεχών του ΑΚΕΛ, του Ηλία Τοφαρή και του Μιχάλη Πέτρου, φτάνοντας την κατάσταση μέσα στους Ελληνοκυπρίους στα όρια του εμφυλίου πολέμου (Σπ. Λιναρδάτου: "Από τον εμφύλιο στη Χούντα", τόμος Γ', σελ. 289 - 291. Ακριβώς εκείνες τις μέρες, στις 25/1/1958, έγραφε σε μια επιστολή του: "Οι κομμουνισταί είναι αντίπαλοί μας είτε το θέλουμε είτε όχι. Ενδείκνυται να τους εξοντώσωμεν ως πολιτικήν οντότητα, ώστε να μην είναι πλέον υπολογίσιμος και δυναμένη διά των αποφάσεων της να επηρεάζη το εθνικόν ζήτημα, όπως δηλαδή συνέβαινε μέχρι τούδε" (Σπ. Παπαγεωργίου: "ΑΚΕΛ το άλλο ΚΚΕ", εκδόσεις Γ. Λαδιάς, Αθήνα 1984, σελ. 336).
Η ΕΟΚΑ σταμάτησε τη δράση της το Μάρτη του 1959, αμέσως μετά την υπογραφή των συμφωνιών του Λονδίνου και της Ζυρίχης. Ορισμένοι μελετητές κάνουν θετικό απολογισμό της δράσης της επικαλούμενοι, μόνο, τον αδιαμφισβήτητο ηρωισμό και τις θυσίες αγνών πατριωτών που υπήρξαν μέλη της. Πρόκειται κατά τη γνώμη μας είτε για σκόπιμη παραποίηση των ιστορικών δεδομένων είτε για αφελή προσέγγιση. Απ' όσα έχουμε αναφέρει εύκολα ο αναγνώστης μπορεί να δει προς τα πού γέρνει η ιστορική αλήθεια.

Στο επόμενο: Ο Καραμανλής και η πορεία προς τη Ζυρίχη
Σε μια εποχή που ο κόσμος συγκλονιζόταν από τα αντιιμπεριαλιστικά - αντιαποικιακά κινήματα, η ΕΟΚΑ αποτελούσε την παραφωνία τους. Πάλευε δήθεν ενάντια στους Αγγλους αποικιοκράτες αλλά δεν είχε την παραμικρή πολιτικο - ιδεολογική συγγένεια με το διεθνές αντιαποικιακό κίνημα, κανενός είδους πρόγραμμα κοινωνικών αλλαγών, κανένα χαρακτηριστικό που να της προσδίδει μια προοδευτικότητα έστω και θολή.

29.3.13

ΕΜΠΡΌΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΟΙ ΚΟΛΑΣΜΈΝΟΙ Ή ΟΙ ΚΑΤΑΘΈΤΕΣ;

Κείμενο από την Κόκκινη Ορχήστρα που μου φάνηκε σαν κείμενο από τον Ριζοσπάστη για κάποιο λόγο..

Αφιερωμένο...


Πριν 5,5 χρόνια η παγκόσμια οικονομική κρίση έκανε και τυπικά την εμφάνιση της αρχικά στις Ηπα. Για όσους δε θεώρησαν ποτέ το Μαρξ ξεπερασμένο, για όσους δεν ακολούθησαν το χυδαίο ιδεολόγημα της αιώνιας ανάπτυξης κι ειρήνης των τελευταίων δύο δεκαετιών και τις αυταπάτες που αυτό έσπειρε, η κρίση θεωρήθηκε, ανεξάρτητα από τις μορφές της και τα τοπικά της επεισόδια, μια κλασική κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου σύμφυτη με την εσωτερική λογική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ένα μακρύ κύμα ύφεσης εφάμιλλο του 1929.
Η κρίση, σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, θα συνέχιζε για πολλά χρόνια ακάθεκτη να διαλύει τις παλιές κοινωνικές ισορροπίες, να καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις – προλετάριους και κεφάλαιο, ζωντανή και νεκρή εργασία, να διαμορφώνει συνοπτικά ένα νέο μοντέλο καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Το περιεχόμενο της κρίσης θα ήταν η αλλαγή των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις, των μορφών του κράτους και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η επίθεση των αστικών τάξεων στα δικαιώματα του προλεταριάτου -οικονομικά και πολιτικά- θα ήταν η αστική πολιτική απάντηση στην κρίση, πιο αφηρημένα η στρατηγική του κεφαλαίου. Η βίαιη υποτίμηση της εργατικής δύναμης και η αλλαγή των όρων ύπαρξης για τους πληβείους και η εκμηδένιση των μικροαστών για όποιον επέμενε να είναι μαρξιστής κι όχι μεταμοντέρνος αριστερός, θα ήταν -πολιτικά μιλώντας- νομοτέλεια για την αστική τάξη-εθνική και διεθνή. Η κρίση τέλος θα επανέφερε ως δέον αλλά κι ενδεχόμενο την επαναστατική προοπτική αλλά και τον κίνδυνο ενός παγκόσμιου πολέμου.
Όλα τα παραπάνω που οι κομμουνιστές διέβλεπαν από την απαρχή της κρίσης δεν ήταν καταγγελίες ή κλαψουρίσματα για τη χαμένη belle epoque, ούτε απλή μηχανική επανάληψη μιας μαγικής φόρμουλας. Ήταν πάνω απ’ όλα η ανάλυση της κατάστασης από τη σκοπιά των καταπιεσμένων και η προσπάθεια η αντίσταση ενάντια στις επιπτώσεις της κρίσης να συνδεθεί -με το λησμονημένο- όραμα του κομμουνισμού, του μόνου άλλου κόσμου που είναι εφικτός. Κι επιβεβαιώθηκαν στο ακέραιο.
Στο κάτω-κάτω αν κι είναι σωστό πως η πολιτική δεν είναι η παπαγαλία ορθών θεωρητικά θέσεων, από την άλλη μεριά δίχως μεθοδολογία, όραμα και πλαίσιο αρχών, όχι απλά δεν παράγεται επαναστατική πολιτική, αλλά ο τυχοδιωκτισμός μιας πολιτικής δίχως αρχές δεν είναι τελικά παρά μια αλλότρια σημαία ευκαιρίας που εγκλωβίζει τους καταπιεσμένους στα σχέδια των αφεντάδων.
Οι απόψεις αυτές φυσικά παρέμειναν και παραμένουν μειοψηφικές. Και λέμε φυσικά γιατί εκτός από την αστική προπαγάνδα, την τρομοκρατία και τους εκβιασμούς, τις ξεπουλημένες συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες κτλ, η συνείδηση που παράγεται ομαλά κι αυθόρμητα στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας, ο μυστικισμός κι η πραγμοποίηση που κυριαρχούν στις κοινωνικές σχέσεις είναι το υλικό και ψυχικό υπόβαθρο εντός του οποίου είναι αδύνατο να συλλάβει κανείς αυτόματα τις κομμουνιστικές διαπιστώσεις.
Έτσι τα τελευταία χρόνια είδαμε να ξεπηδούν και να κυριαρχούν μια σειρά από αφηγήσεις κι ερμηνείες της κρίσης που πέρα από τον φαινομενικό ριζοσπαστισμό τους ήταν είτε όψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας, είτε θεωρητικοποιημένη μικροαστική αγανάκτηση. Τι να πρωτοδιαλέξουμε από το αστικό σούπερ μάρκετ; Την κυρίαρχη άποψη που ξεκίνησε διατυμπανίζοντας πως για την κρίση “φταίμε όλοι που ζούσαμε πέρα από τις δυνατότητες μας” για να καταλήξει να στοχοποιεί τους κοινωνικούς αγώνες και την αριστερά ως υπαίτια για όλα τα δεινά; Τις πατριωτικές κραυγές για “κατοχή της χώρας” από τη Γερμανία και την ανάγκη για ένα νέο ΕΑΜ; Τις βαθιά αντιδραστικές αντιπολιτικές κραυγές των αγανακτισμένων ή τις αυταπάτες για την άλλη ΕΕ που είναι εφικτή; Μήπως τους όψιμους εραστές της δραχμής που θεωρούν πως για την κρίση ευθύνεται η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης; Ή τους εναλλακτικούς που μέσα από ανταλλακτικά παζάρια έχουν την ψευδαίσθηση πως αλλάζουν τον κόσμο δίχως να συγκρούονται με το αστικό κράτος;  Χωρίς να ταυτίζονται όλες αυτές οι αφηγήσεις που είναι και πολιτικές προτάσεις έχουν όμως ως κοινό στοιχείο την αποσπασματικότητα, το ψεύδος ως αλήθεια και κυρίως αδυνατούν να ανυψωθούν σε σαρωτική κριτική του καπιταλισμού -σε αρνητικότητα- κι άρα να αποτελέσουν μια εναλλακτική λύση.
Αντίθετα η κυριαρχία των αντιμνημονιακών  απόψεων στη διαλεκτική τους σύνδεση, επέτρεψαν στην ελληνική αστική τάξη να υπερβεί -προσωρινά αλλά κι αυτό είναι αρκετό τέτοιες εποχές- την πολιτική κρίση, να ενσωματώσει τις διαμαρτυρίες στο αστικό πλαίσιο και να προχωρήσει στην ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος.
Ταυτόχρονα η επικάλυψη του ταξικού στοιχείου, με την πολιτική έννοια, από το εθνικό ή ακόμα το αντιμνημονιακό ή το αδιαμεσολάβητο κοινωνικό σώμα του “αγνού λαού” επέτρεψε στην άκρα δεξιά και τους ναζιστές να εκφραστούν πολιτικά-κομματικά, μετατοπίζοντας κι όλο το αστικό πολιτικό σύστημα σε πιο αυταρχική βάση. Σε μια πιο ευρεία εικόνα, η ήττα των αγώνων στην Ελλάδα και η κυριαρχία των μικροαστικών αυταπατών αλληλεπιδρά με την αποχαύνωση του προλεταριάτου των χωρών του βορρά που κατάπιε σχεδόν αμάσητη την προπαγάνδα των τεμπέληδων του Νότου, συντασσόμενο με την δική του αστική τάξη, θεωρώντας πως η κρίση δε θα αγγίξει τους όρους της ζωής του.
Τα λέμε όλα αυτά όχι μόνο γιατί χρειάζεται ένας απολογισμός των τελευταίων ετών για να επεξεργαστούν οι συνειδητές δυνάμεις ένα σοβαρό επαναστατικό σχέδιο. Αλλά γιατί τώρα που η νέα φάση της κρίσης διαλύει την παλιά ισορροπία στην Κύπρο, όλα τα αντιμνημονιακά ιδεολογήματα μαζί με τους κλασικούς εθνικούς μύθους  πλασάρονται πάλι από τους εγχώριους φορείς τους με τέτοιο θράσος σαν να μην έχει συμβεί τίποτα τα τελευταία τρία χρόνια. Και αν στις αρχές της κρίσης το πρωτόγνωρο σοκ και  o καταιγισμός των εξελίξεων μπορεί να ήταν ένα άλλοθι για αυτές τις αυταπάτες, τώρα κανείς -πόσο μάλλον κόμματα κι οργανώσεις- δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ξέρει κι επομένως υπηρετεί συνειδητά τα αστικά σχέδια υπέρβασης της κρίσης, ή με πιο απλά λόγια διαλέγει στρατόπεδο.
Εξηγούμαστε λοιπόν.  Εκεί που οι άλλοι βλέπουν μια επίθεση του Δ’ Ράιχ στον κυπριακό λαό (Δελαστίκ), οι κομμουνιστές βλέπουν την κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας ως χρηματοπιστωτικό κέντρο-νόμιμου ή μαύρου χρήματος. Την εποχή της ανάπτυξης, η κυπριακή αστική τάξη βρήκε αυτή τη θέση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Τώρα τα υπερσυσσωρευμένα παρασιτικά κεφάλαια που επενδύθηκαν σε ακίνητα, τοξικά δάνεια κτλ πρέπει με κάποιο τρόπο να καταστραφούν. Δεν αντιλαμβανόμαστε γιατί όσοι πιστεύουν πως υπάρχει ζωή και μετά τον καπιταλισμό, θα πρέπει να νοιάζονται τόσο για την υγεία των τραπεζών. Μήπως η νέα κοινωνία μπορεί να ανθίσει μόνο στα συντρίμμια των τραπεζών; Αν στα πλαίσια των καπιταλιστικών ανταγωνισμών, η κυπριακή αστική τάξη υποβιβαστεί στο διεθνή καταμερισμό, αν το γερμανικό κεφάλαιο, αλλά και η Ρωσία του Πούτιν για τους δικούς της λόγους, ήθελαν ο κυπριακός φορολογικός παράδεισος, να μετατραπεί σε κόλαση, αυτό γιατί αφορά το προλεταριάτο και τους κομμουνιστές;
Το αίτημα να μην κουρευτούν τα ταμεία των εργαζομένων, να μην περικοπούν μισθοί και συντάξεις, στο βαθμό που συνδυάζεται με ένα πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων είναι τελείως διαφορετικό από την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των (μεγαλό)καταθετών. Επιτέλους μετά από τις κλάψες για την ΕΕ που δεν είναι των λαών (πότε ήταν ακριβώς;), μετά τις νουθεσίες προς τους αστούς πολιτικούς ώστε να αντιληφθούν  την “αστοχία” (sic) της λιτότητας, τώρα έχουμε και μια αριστερά που ανησυχεί για τις τράπεζες και τις καταθέσεις άνω των 100χιλ και μάλιστα προτείνει (Τσίπρας) να δοθούν και λεφτά από την Ελλάδα στην Κύπρο, ως διαπραγματευτικό χαρτί.Προσοχή λεφτά στην κυπριακή αστική τάξη άνευ όρων, επειδή είναι αδελφή χώρα.
Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ κάτι. Από την πρώτη στιγμή σε αντίθεση με τους ανόητους που προσδοκούσαν την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ ως απάντηση στην κρίση, είχαμε  υποστηρίξει πως η μόνη ενοποίηση είναι αυτή που λαμβάνει χώρα υπό τη γερμανική ηγεμονία. Η μόνη εναλλακτική είναι η διάλυση της ευρωζώνης και της ΕΕ με όποιο κενό αφήσει αυτή. Και πραγματικά η «λύση» που επιβάλλεται στην Κύπρο αποτελεί  μια στιγμή στη διαδικασία διάλυσης του ευρώ, αφού το κυπριακό ευρώ δεν έχει πια την ίδια αξία με το γερμανικό. Αν όμως το γερμανικό κεφάλαιο επιδιώκει να επεκτείνει την κυριαρχία του σε όλη την Ευρώπη, θεωρώντας την ζωτικό του χώρο, αν επιθυμεί να μεταφέρει κεφάλαιο από την περιφέρεια στο κέντρο, αυτό για τους κομμουνιστές είναι απλά η τρανή απόδειξη πως στην κρίση ο κάθε καπιταλισμός προσπαθεί να εδραιώσει τη θέση του σε βάρος των άλλων. Είναι η απόδειξη πως η παγκόσμια οικονομία πολώνεται ανάμεσα στην αλληλεξάρτηση και τον ανταγωνισμό. Και η μόνη απάντηση στην όξυνση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών δεν είναι καμία εθνική ενότητα με τη δική μας αστική τάξη, αλλά η, απέλπιδα ίσως, προσπάθεια ενός διεθνιστικού συντονισμού των καταπιεσμένων.  Στο κάτω κάτω είναι η ελληνικότατη Πειραιώς που παίρνει κοψοχρονιά τα κυπριακά υποκαταστήματα, εκτός κι αν ο Σάλλας είναι κατά βάθος Γερμανός, όπως και τα Ματ που τσακίζουν ό,τι κινείται είναι στρατός κατοχής κι όχι νόμιμα τάγματα ασφαλείας της παρακμάζουσας ελληνικής αστικής δημοκρατίας.
Όποιος υποστέλλει -αν σήκωσε και ποτέ- την κόκκινη σημαία, γιατί νομίζει έστω για λόγους τακτικής πως τα εθνικά σύμβολα είναι πιο αποτελεσματικά, όποιος αναμασά τους εθνικιστικούς μύθους περί κοινών συμφερόντων Ελλάδας-Κύπρου είναι εκτός από προδότης των καταπιεσμένων και ανόητος. Γιατί υπάρχουν, από τα μνημονιακά αστικά κόμματα, μέχρι τους ναζήδες, πιο γνήσιοι υποστηρικτές της εθνικής υπόθεσης  και των αδελφών Κυπρίων.
Η κρίση, ύστερα από μια φαινομενική ανάπαυλα, είναι πάλι εδώ. Από την Κύπρο μέχρι την Ιταλία, το ευρώ κλονίζεται και η σύμπνοια των αστικών τάξεων όταν επιτίθενται απέναντι στα δικαιώματα του προλεταριάτου, αντικαθίσταται από τη σύγκρουση, τώρα που το ζητούμενο είναι η καταστροφή των πλεοναζόντων κεφαλαίων. Όποιος επιμένει να κάνει επικλήσεις στο εθνικό αίσθημα, όποιος κατηγορεί για προδοσία τους αστούς πολιτικούς, όποιος ακόμα και τώρα κάνει λόγο, σαν αστός που θίγεται, για την κατάρρευση του ευρωπαϊκού ονείρου, για το κακό ευρώ, το Δ’ Ράιχ και θρηνεί για τον παλιό κόσμο που χάνεται δεν είναι απλά δειλός και τυχοδιώκτης. Είναι ο ίδιος -πρόσωπο ή κόμμα- που στο άμεσο μέλλον κι όταν το οικονομικό πλαίσιο δε θα επαρκεί για την «πολιτισμένη» επίλυση των ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, θα καλέσει -στηρίζοντας την αστική τάξη της χώρας του- όλες τις ηλικίες υπό τα όπλα, θα καλέσει, αφού θα χει ντοπάρει με εθνικισμό τους εξαθλιωμένους προλετάριους να πεθάνουν για την πατρίδα (ή για το φυσικό αέριο;), όσους φυσικά δε θα χουν πεθάνει ήδη από την πείνα τον καιρό της “ειρήνης”.
Άκης Τζάρας

24.5.12

Κάτω από αυτές τις συνθήκες…σήμερα δεν είμαι διατεθειμένος να πειθαρχήσω σε ανεδαφικά και ανόητα συνθήματα και να θυσιάσω ουδέ το μικρό μου δακτυλάκι(με ευχαριστίες στον Αντρέα)


Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΥ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940

Μια ανάλυση του δημόσιου λόγου του Αδάμ Αδάμαντος


Του Αντρέα Παναγιώτου

H περίοδος της Διασκεπτικής , από το Νιόβη του 1947 ως τον Μάιο του 1948 , ήταν η άνοιξη του συνδυασμού του  εθνικοαπελευθερωτικού  και κοινωνικού αγώνα. Στην περίοδο αυτή το ΑΚΕΛ δεν συμμετείχε απλώς σε συνομιλίες, αλλά διεκδικούσε με λαϊκές κινητοποιήσεις και απεργίες ένα συνδυασμό κοινωνικών και εθνικοαπελευθερωτικων αιτημάτων.»[1]

«Ειδικά πάνω στο ενωτικό ζήτημα…διαφωνώ ριζικά με την τακτική του κόμματος γιατί με την αμερικανοκρατία και τον μοναρχοφασισμο στην Ελλάδα, εκείνοι που πρέπει να έχουν το προβάδισμα σ’αυτό το ζήτημα πρέπει να είμαστε όχι εμείς – που μας περιμένουν τα Γιουρα και η Μακρόνησος-αλλά η εθνοκεκκαρχια…
Κάτω από αυτές τις συνθήκες…σήμερα δεν είμαι διατεθειμένος να πειθαρχήσω σε ανεδαφικά και ανόητα συνθήματα και να θυσιάσω ουδέ το μικρό μου δακτυλάκι.»
Αδάμ Αδάμαντος, επιστολή παραίτησης από ΑΚΕΛ, 4/9/1952.

Εισαγωγή

Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε και να τεκμηριώσουμε την σύγκλιση του ρεύματος του κυπριακού κομμουνισμού με την γεωπολιτική και ιστορική «αναγκαιότητα» για την δημιουργία μιας «κυπροκεντρικης αντιληψης/θεσης»[2]. H ανάλυση και τεκμηρίωση της πιο πάνω θέσης θα γίνει με βάση τις ομιλίες του ρήτορα της αριστεράς την δεκαετία του 1940, Αδάμ Αδάμαντος[3]. Η ανάλυση των ομιλιών θα κινηθεί πάνω σε δυο άξονες:
1)      Ιδεολογικό πλαίσιο: Μια ανάλυση της ιστοριογραφίας της αριστεράς με έμφαση στην Γαλλική και την Ελληνική  επανάσταση σε μια προσπάθεια να δούμε την συγκριτική αναφορά στην εθνική ενότητα και την ταξική πάλη (η την πολιτικη/ιδεολογικη αντιπαράθεση και αυτονομία της αριστεράς).
2)      Γεωπολιτική Πραγματικότητα: Μια ανάλυση με βάση τις αναφορές στις χώρες  οι οποίες εμπλέκονταν στις γεωπολιτικές δυναμικές  για το καθεστώς της Κύπρου (Βρετανία, Ελλάδα, Κύπρος) την δεκαετία του 40.
Πόσο αντιπροσωπευτικός ήταν ο Αδάμαντος για την αριστερά; Όπως και η μεγάλη  πλειοψηφία των αριστερών τότε προερχόταν από μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Τα κατάφερε όμως να σπουδάσει – αρχικά στην Ελλάδα και μετά στην Βρετανία με υποτροφία. Αυτή η «πνευματική καριέρα» τον διαχώριζε από τους υπόλοιπους αριστερούς. Ο Φ. Ιωάννου τον κατέτασσε ανάμεσα στους διανοούμενους που ενώθηκαν με τους κομμουνιστές για να δημιουργηθεί ένα ευρύτερο  κινημα/κομμα στις αρχές της δεκαετίας του 1940[4]. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αδάμαντος αντιπροσώπευε την αυξανόμενη μετακίνηση των «φιλελευθέρων μοντερνιστών»[5] προς τα αριστερά. Το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό του Αδάμαντος ήταν η ρητορική του ικανότητα. Κατά την δεκάχρονη περίοδο (1943 – 53) που ήταν δήμαρχος στο Βαρωσι κέρδισε την φήμη του πιο διακεκριμένου ρήτορα της εποχής – σε ένα  από τους επικήδειους,, όταν πέθανε το 1959, τον αποκαλούσαν «αηδόνι του Βαρωσιου». Στο αρχείο  του υπάρχουν πολλές  επιστολές με προσκλήσεις  για να μιλήσει η να δώσει διαλέξεις αρκετά μακριά  από την πόλη του. Πρέπει να ήταν επίσης αρκετά δημοφιλής ανάμεσα στους πολίτες σαν δήμαρχος όπως μπορεί κάποιος να δει από τα ποσοστά που έπαιρνε στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις. Παρά το γεγονός  ότι  διαφώνησε  με την ηγεσία του ΑΚΕΛ την δεκαετία του 1950, η σταθερή  του θέση για  υποστήριξη  της  αυτοκυβερνησης[6] (η οποία μπορεί να θεωρηθεί ιστορικά σαν μια πρώιμη μορφή «ανεξαρτησιακης συνείδησης») μετά το 1947 –48 τον κάνει μια νευραλγική μορφή στην ανάλυση  της δημόσιας έκφρασης του κυπροκεντρισμου. Το να αναλύσει  κάποιος τις προσωπικές απόψεις του Αδάμαντος  μπορεί  βέβαια να  είναι ενδιαφέρον  στα πλαίσια μιας βιογραφίας, αλλά οι ομιλίες ενός ρήτορα έχουν και μια επιπρόσθετη διάσταση: οι ομιλίες δεν είναι απλά ατομικές απόψεις – στο βαθμό που ο  ομιλητής είναι ένας δημοφιλής ρήτορας οι ομιλίες αντιπροσωπεύουν και στιγμές συλλογικής έκφρασης. Σε αυτό το πλαίσιο η συζήτηση που  ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να ανοικοδομηθούν οι μορφές της μεταμόρφωσης της λαϊκής συνείδησης από τα κάτω. Διότι η εμφάνιση της κυπριακής συνείδησης την δεκαετία του 1960 δεν μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα μιας μαγικής μεταμόρφωσης στο διάστημα 5 χρόνων (1959 –64). Υπηρχαν τάσεις κάτω από την  επιφάνεια της επίσημης ρητορικής, και την δεκαετία του 40, παρά την ηγεμονία του εθνικισμού,  αυτές οι τάσεις  άρχισαν να αποκτούν δημόσια φωνή. Σε αυτό το πλαίσιο οι ομιλίες του Αδάμαντος αποτελούν  μια νευραλγική στιγμή στην δημόσια έκφραση αυτών των τάσεων που ωρίμασαν σε μορφές κοινωνικής συνείδησης του δεκαετία του 1960[7].
Η δημόσια εμφάνιση του κυπροκεντρισμου όμως δεν ήταν απλά το προϊόν  πολιτιστικών τάσεων. Η γεωπολιτική ήταν η κυρίαρχη μεταβλητή η οποία καθόρισε την κατεύθυνση των πολιτιστικών συγκρούσεων  και των « επιλεγμένων συγγενειών (elective affinity) ιδεών».  Θα μπορούσαμε να αναπαραστήσουμε με τον πιο κάτω πίνακα  τις μετατοπίσεις στις ομιλίες που θα συζητήσουμε . Στον  πίνακα η περίοδος  που καλύπτουν οι ομιλίες (1942 -1952) χωρίζεται  σε 3 φάσεις οι οποίες αντιστοιχούν  με τις παγκόσμιες τάσεις τότε. Σε κάθε ομιλία θα αναζητούνται αναφορές στις 3 χώρες που εμπλέκονταν στο κυπριακό και στις μεταβλητές της «ενότητας» η της «αυτονομίας». Όπως φαίνεται από τον πιο κάτω πίνακα η αριστερή «αυτονομία» και η έμφαση στην Κύπρο (κυπροκεντρισμος) συνδέονται θετικά: και οι δυο τάσεις έγιναν κυρίαρχες στον χώρο[8] της αριστεράς στα τέλη της δεκαετίας του  40.
                     

                                                                                ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ…

                           Βρετανία             Κύπρος               Ελλάδα                Ενότητα            Αυτονομία
Αντιφασιστική ενότητα/
Β παγκόσμιος (1942 –45)

+
Σε μεγάλο βαθμό απών

+

+

-
Αντιαποικιακη ενότητα/ Μεταπολεμικά (1946 – 47)

-
Αυξανόμενες αναφορές

+/-

+

+
Αντιπαράθεση
Ψυχρός πόλεμος (1948 – 52)

-
Κύρια εμφαση/αναλυτικο πλαίσιο

-

-

+
+ θετική αναφορά      - αρνητική αναφορά    +/- διαχωρισμός   ανάμεσα σε διαφορετικές ομαδες/ιδεολογιες σε μια χώρα

 

Η Περίοδος της Αντιφασιστικής Ενότητας

Η πρώτη ομιλία χρονολογείται από το 1942 πριν εκλεγεί δήμαρχος ο Αδάμαντος. Είναι μια ομιλία για την επέτειο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Η ομιλία  περιέχει τα εθνικιστικά, και συνηθισμένα για τέτοιες περιπτώσεις, κλισέ για την ελληνική «ψυχή και πνεύμα» αλλά  η ομιλία είναι βασικά μια ιστορική αφήγηση η οποία προσπαθεί να εξηγήσει το οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της επανάστασης. Σε αρκετά σημεία μοιάζει περισσότερο με εκπαιδευτική διάλεξη με στόχο την  πληροφόρηση παρά με την εορταστική λιτανεία που θα ανέμενε κάποιος σε τέτοιες περιπτώσεις. Υπάρχει μια ξεκάθαρη μορφή ταξικής ανάλυσης στην ομιλία του Αδάμαντος : τόσο στην αναφορά του στην Γαλλική επανάσταση και στην άνοδο της αστικής τάξης στην εξουσία όσο και στην ανάλυση του για το οθωμανικό καθεστώς κατά την οποία υποδεικνύει ότι η εκκλησία και οι κοτζαμπάσηδες ήταν τα ελληνικά φεουδαρχικά στοιχεία. Σε αυτήν την ομιλία  όμως αποφεύγει οποιοδήποτε κριτικό σχόλιο για αυτά τα «φεουδαρχικά στοιχεία», επιλέγοντας να τονισει την ενότητα του ελληνικού έθνους ενάντια στην ξένη κατοχή[9]. Αυτό φαίνεται να ήταν μια ρητορική τακτική που ταίριαζε  με την  στρατηγική του ΑΚΕΛ τότε (αρχές της δεκαετίας του 40) όταν το κόμμα έκαμνε τα πρώτα του βήματα στην πολιτική ζωή και προσπαθούσε να διευρύνει την επιρροή του σε ένα ευρύτερο ακροατήριο. Η ταξική ανάλυση του Αδάμαντος, λ.χ. , επικεντρώνεται βασικά στην Γαλλική επανάσταση: τονίζει τους εσωτερικούς αγωνες/διαμαχες των λαϊκών τάξεων κάτω από την ηγεσία της αστικής τάξης ενάντια στην αριστοκρατία. Σε αυτό το πλαίσιο τονίζει εμφαντικά την σημασία του Διαφωτισμού μέσα από την αναφορά του στον θρυλική μορφή του Ρήγα Φεραίου[10].
Η ομιλία ξεκινά και τελειώνει με αναφορές στην κατοχή της Ελλάδας από τους Ναζί. Οι Ναζί εμφανίζονται στην ανάλυση του Αδάμαντος σαν μια προέκταση της Ιερής Συμμαχίας του 19ου αιώνα. Σε αυτό το πλαίσιο οι σχετικά θετικές αναφορές του στην Μ. Βρετανία  έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε μια πρώτη περίπτωση, στην αρχή της ομιλίας, τα σχόλια μπορουν να ερμηνευτούν σαν απόδοση φόρου τιμής στους σύμμαχους αφού σε εκείνο το πλαίσιο αναφέρεται επίσης στην «αμερικανική δημοκρατία» και «στον κόκκινο στρατό της σοβιετικής ένωσης». Επανέρχεται στην Βρετανία κατά την διάρκεια της αφήγησης του για την ελληνική επανάσταση για να τονίσει, σχεδόν απολογητικά,  ότι παρά την αρχική αρνητική αντίδραση, οι άγγλοι έγιναν μετά ένας από τους πιο συνεπείς υποστηριχτές της επανάστασης. Στην αναφορά του μπορεί να δει κάποιος κάτι περισσότερο από ένα ύμνο στην αντιφασιστική συμμαχία. Η παράδοση του αγγλικού φιλελευθερισμού είχε ήδη υμνηθεί από τους εθνικιστές για δεκαετίες στα πλαίσια των προσδοκιών για  παράδοση  της Κύπρου στην Ελλάδα[11]. Στον χώρο της αριστεράς της δεκαετίας του 40 , ο βρετανικός φιλελευθερισμός είχε υιοθετηθεί σαν νομιμοποιητική ιδεολογία/discourse για την διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων. Το εργατικό κίνημα της δεκαετίας του 40 αντιλαμβανόταν ουσιαστικά τον εαυτό του στα πλαίσια μιας ιστορικής αφήγησης ανάλογη με  αυτήν την οποία ξεδιπλώνει εδώ ο Αδάμαντος: η ανάγκη για πρόοδο συνυπαγεται εκπαίδευση και διαφωτισμό τα οποία θα οδηγήσουν σε αγώνες ενάντια στην ξένη κατοχή και τις τοπικές «αριστοκρατίες» για την διασφάλιση πολιτικών δικαιωμάτων και την προώθηση, ταυτόχρονα, του αγώνα για «δικαιοσύνη» - όπως  ονομάζει στο τέλος της ομιλίας του τον στόχο της  κοινωνικής - ταξικής αντιπαράθεσης.
 Στο κείμενο υπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη αναφορά  για τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Εφόσον η ελληνική επανάσταση έγινε ενάντια στους Οθωμανούς, οι τούρκοι εμφανίζονταν αναπόφευκτα σαν οι κακοί στην ποιητική αφήγηση της ομιλίας. Ωστόσο στην εκτεταμένη αναφορά του στον Ρήγα Φεραίο ο Αδάμαντος διαλέγει ένα αρκετά ενδιαφέρον απόσπασμα για να δείξει το νόημα της πίστης του Φεραίου στην ελευθερία: στον απόσπασμα ο ποιητής κάνει έκκληση για επανάσταση όλων των βαλκανικών λαών για την εξάλειψη των καταπιεστών οι οποίοι  «τυραννούν» σκληρά «χριστιανούς και τούρκους».
«Βούλγαροι κι’ Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και Άσπροι με μια κοινή ορμή
Για την Ελευθερία να ζώσουμε σπαθί.
…………………………………………..
Να σφάξουμε τους λύκους, που το ζυγον βαστούν
Και χριστιανούς και τούρκους σκληρά τους τυραννούν.»

 Η επιλογή του συγκεκριμένου αποσπάσματος από ένα μεγάλο ποίημα δεν μπορεί να ήταν τυχαία. Μέσα στα πλαίσια της απότισης φόρου τιμής στα κλισέ του ελληνικού εθνικισμού (έστω και αν μεταφράζονται σε ένα πιο κριτικό πλαίσιο) αυτή η αναφορά μπορεί να θεωρηθεί σαν μια έμμεση παραπομπή στο κάλεσμα τα αριστεράς για ενότητα πέρα από εθνικές η θρησκευτικές διάφορες.
Η δεύτερη ομιλία είναι  απο το 1945. Ετοιμάστηκε για την ιδια επέτειο (25 Μαρτίου) αλλά υπάρχουν σημαντικές μετατοπίσεις τόσο στην ορολογία όσο και στην έμφαση.  Λόγω του γεγονότος ότι η βασική αφηγηματική δομή είναι η ίδια[12] η διαφοροποίηση είναι  πιο  ευδιάκριτη. Η πιο σημαντική διάφορα  πηγάζει σαφώς από το αλλαγμένο πολιτικό σκηνικό. Η ομιλία αναγνώστηκε μόλις μερικές εβδομάδες  πριν το τέλος του δεύτερου παγκόσμιοι πόλεμου – υπάρχει  με αυτή την έννοια ένα αίσθημα αισιοδοξίας που διαπνέει την ομιλία. Όμως οι  αναφορες  στην σύγχρονη Ελλάδα δεν ειναι εορταστικές παρά το γεγονός ότι οι Ναζί είχαν ήδη αποχωρήσει. Τον Δεκέμβρη του 44 οι Βρετανοί είχαν καταφέρει να σπρώξουν το ελληνικό αριστερό κίνημα σε μια ένοπλη αντιπαράθεση με συνειδητό στόχο την στρατιωτική του ήττα. Η αντιπαράθεση έληξε, για εκείνο το στάδιο τουλάχιστον, τον Φεβρουάριο με μια συμφωνία για την  παράδοση των όπλων των κομμουνιστών ανταρτών – κάτι το οποίο ήταν μια ήττα για την αριστερά. Για να εμπεδώσουν την εξουσία και την επιρροή τους οι βρετανοί υιοθέτησαν  τους συνεργάτες των Ναζί  σαν  τους υποστηριχτές και τις δυνάμεις καταστολής του νέου καθεστώτος. Έτσι ο Αδάμαντος ξεκινά την ομιλία του με ένα ύμνο για την αντίσταση ενάντια στην ναζιστική κατοχή για να την αντιπαραβάλει  με τους «δοσίλογους». Η αντιπαράθεση (ανάμεσα στην αντίσταση και τους δοσίλογους) είναι μια πρώιμη μορφή διαφοροποιησης ανάμεσα στον «ελληνικό λαό» και την ελληνική κυβέρνηση – μια διαφοροποίηση η οποία θα γίνει χαρακτηριστική του λόγου της αριστεράς  από τα τέλη της  δεκαετίας του 40 και μετά. Ο Αδάμαντος καταδικάζει τις επιθέσεις ενάντια στην ελληνική αριστερά (την οποία συνδέει/ταυτιζει με τον ελληνικό λαό) αλλά είναι αισιόδοξος για την τελική νίκη της «λαϊκής κυριαρχίας» - ενός όρου ο οποίος έρχεται να αντικαταστήσει, σαν τελικός στόχος,  την έννοια της «δικαιοσύνης» η οποία  χαρακτήριζε την ομιλία του πριν 3 χρόνια. Αυτή η αλλαγή στην ορολογια  για τον στόχο της απελευθέρωσης συνοδεύεται και από μια πιο ξεκάθαρη αναφορά στον ρόλο του «εργαζόμενου λαού» ο οποίος γίνεται ο κύριος πρωταγωνιστής στην αφήγηση τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της ομιλίας. Αυτή η μετατόπιση  πηγάζει και εκφράζει το κλίμα  στο τέλος του πόλεμου. Ο Αδάμαντος εκφράζει το μεταπολεμικό όραμα της αριστεράς για μια ευρεία συμμαχία στην οποία ο κόσμος της εργασίας γινόταν αντιληπτός σαν ο κεντρικός άξονας των δυνάμεων που στόχευαν στην κοινωνική αλλαγή προς την κατεύθυνση της «λαϊκής κυριαρχίας»[13].
Η επίδραση του ελληνικού εμφύλιου  φαίνεται στην ομιλία  από τις μετατοπίσεις στις αναφορές για την Δύση και στην εμφάνιση της πρώτης αναφοράς για την  Κύπρο. Έτσι ο κόκκινος στρατός παρουσιάζεται με θριαμβευτικό τρόπο στην αρχή της ομιλίας αλλά οι αναφορές στους δυτικούς σύμμαχους λείπουν αυτή τη φορά. Ακόμα πιο σημαντικά υπάρχουν αλλαγές στον τόνο των αναφορών  για τις αντιδράσεις της Δύσης στην ελληνική επανάσταση τον 19ο αιώνα. Έτσι ενώ στην ομιλία του 1942, όπως είδαμε, ο Αδάμαντος προσπαθεί να εξηγήσει απολογητικά τις αρνητικές αντιδράσεις στην αρχή της επανάστασης, στην εκδοχή του 1945 αντιπαραθέτει την ελληνική εξέγερση στην αρνητική στάση  της «αντιδραστικής Δύσης» και  μόνο παροδικά παρατηρεί ότι η Βρετανία και η Γαλλία άλλαξαν  την πολιτική τους μετά την έκρηξη της επανάστασης. Αναφέρεται 2 φορές στις αρνητικές επιδράσεις της «ξένης επέμβασης» σαν ένα από τα προβλήματα των Ελλήνων κατά την διάρκεια της επανάστασης και μετά. Είναι καθαρό ότι η αγγλική επέμβαση στην Ελλάδα και η απροθυμια/αρνηση[14] των βρετανών να αποχωρήσουν από την Κύπρο είχε αρχίσει να διαλύει το κλίμα της αντιφασιστικής ενότητας του 1942. Η αναφορά στην Κύπρο γίνεται μέσα από ένα απόσπασμα από το ποίημα του Β.Μιχαηλιδη για τα γεγονότα του 1821 στο νησί – ένα απόσπασμα που δείχνει το αδύνατο της εξάλειψης της αντίστασης στην καταπίεση: “..μα γύρω του πετασσουνται τρακοσια παραπούλια.»
Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια ημέρα που διαβαζόταν αυτή η ομιλία οι βρετανοί άρχιζαν μια εκστρατεία  ενάντια στην κυπριακή αριστερά η οποία είχε ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση[15].

Η Μεταβατική Περίοδος: Η Στρατηγική της Αντιαποικιακης Εθνικής Ενότητας

Οι επόμενες δυο ομιλίες καλύπτουν την διετία 1946-47 και είναι χαρακτηριστικές  μιας μεταβατικής φάσης. Υπάρχει  ακόμα έμφαση στην «εθνική ενότητα» αλλά αυτή τη φορά είναι προς την κατεύθυνση της αντιαποικιακής ενότητα. Γενικότερα,  αυτή την μεταβατική περίοδο στις ομιλίες φαίνεται να υπάρχει μια αυξανόμενα συγκρουσιακη στάση απέναντι στην Δύση, μια παθιασμένη αλληλεγγύη προς την ελληνική αριστερά (και συνακόλουθα μια ανταγωνιστική  στάση προς την ελληνική κυβέρνηση) και αυξανόμενες αναφορές στην Κύπρο. Η πρώτη ομιλία αυτής της ομάδας ομιλιών είναι από τον Οκτώβρη του 1946, στην επέτειο της εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο εναντίον της Ιταλίας το 1940. Το κείμενο διορθώθηκε  και υπάρχουν αρκετές χειρόγραφες σελίδες - ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναφορές στα πρόσφατα γεγονότα. Αυτή η ομιλία είναι λιγότερο ιστορική και αναλυτική σε σχέση με τις ομιλίες για την επέτειο της ελληνικής επανάστασης. Είναι ένα κείμενο που χαρακτηρίζεται περισσότερο από συναίσθημα και από πολλά εθνικιστικά κλισέ – σίγουρα πολύ περισσότερο από τις  προηγούμενες ομιλίες. Τα δυο κυρίαρχα πολιτικά θέματα είναι η προδοσία του ελληνικού λαού  από τους βρετανούς οι οποίοι έφεραν στην εξουσία τους συνεργάτες των Ναζί  (μια ανάλυση που συνοδεύεται από προειδοποιήσεις για την αγγλική πολιτική στην Κύπρο), και μια έκκληση για ενότητα μπροστά στα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ελληνικό έθνος η ο κυπριακός λαός. Αυτή είναι η πιο εθνικιστική ομιλία στο αρχείο του Αδάμαντος. Ξεκινά με μια  δήλωση για την Ελλάδα  η οποία  σύμφωνα με τον ομιλητή, είναι στις σκέψεις των κυπρίων «κάθε μέρα και κάθε νύχτα της ζωής  μας» και τελειώνει  με μια έκκληση για ένωση με την Ελλάδα.  Η επέτειος, η οποία μνημονεύει την ελληνική  αντιφασιστική μέρα, μπορεί να είναι εν μερει επεξηγηματική για την ένταση  της  εθνικής και ενωτικής  ρητορικής. Αλλά κάποιος θα πρέπει επίσης  να λάβει υπό όψιν τα έντονα αισθήματα  που δημιουργούσαν στους κύπριους αριστερούς οι περιπέτειες των ελλήνων συντρόφων τους -  οι  οποίοι  εκείνο τον χρόνο ξεκινούσαν ένα δεύτερο αντάρτικο κίνημα ενάντια στους «μοναρχοφασίστες», όπως αποκαλούσαν  την δεξιά κυβέρνηση. Αυτή η έκρηξη εθνικού πάθους ταίριαζε και με τη πολιτική του ΑΚΕΛ  εκείνη την περίοδο το οποίο στόχευε σε μια πλατειά συμμαχία με τους κεντρώους φιλελευθέρους στις δημοτικές εκλογές  και προετοιμαζόταν για τις εκκλησιαστικές εκλογές. Έτσι οι εκκλήσεις για ενότητα  αντικατόπτριζαν εν μέρει την θέση της ελληνικής αριστεράς  για «συμφιλίωση» αλλά ήταν ακόμα πιο λειτουργικές  στο κυπριακό πολιτικό πλαίσιο.
Η επόμενη ομιλία εκφωνήθηκε 5 μήνες αργότερα, το 1947, στην επέτειο , και πάλιν της ελληνικής επανάστασης. Το κειμενο περιλαμβανει τα σημεία των ομιλών του 1942 και 1945 αλλά είναι ριζικά διαφορετική τόσο στην δομή όσο και στην έμφαση. Η πιο αξιοσημείωτη αλλαγή  είναι οι εκτεταμένες αναφορές στην Κύπρο και τα εκτεταμένα αποσπάσματα από το ποίημα του Β. Μιχαηλιδη στο οποίο ο Αδάμαντος είχε  αναφερθεί παροδικά το  1945. Εδώ υπάρχει μια εκτενής αναφορά στην Κύπρο σε σχέση με το 1821 και αποσπάσματα από το έργο του Μιχαηλιδη αναφέρονται 3 φορές – τελειώνει μάλιστα την ομιλία με ένα τέτοιο απόσπασμα. Αυτή η μετατόπιση σε κυπριακές αναφορες ειναι  εκφραστική της αυξανομενης απόστασης από τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ελλάδα. Στην Κύπρο υπήρχε ένας ιδεολογικο-πολιτικός διχασμός σε σχέση με τον ελληνικό εμφύλιο καθώς κάθε παράταξη έβλεπε στους ιδεολογικούς της σύμμαχους την «πραγματική  Ελλάδα». Και σίγουρα   η πόλωση που δημιούργησε ο εμφύλιος πήγαινε ενάντια στην προσπάθεια του ΑΚΕΛ  για ενότητα και έκανε την επίσημη Ελλάδα ακόμα πιο απόμακρη για τους κύπριους αριστερούς. Έτσι και αλλιώς ήταν η κυβέρνηση  η οποία έστελνε τους συντρόφους τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης η την εκτέλεση. Η κυπροκεντρικη στροφή που διαφαίνεται στις ομιλίες του Αδάμαντος[16], κατά συνέπεια, θα πρέπει να ειδωθεί σαν μια αλλαγή έμφασης η οποία δεν ήταν ακόμα πολύ συνειδητη. Και όντως η ομιλία αναπαράγει εθνικιστικά κλισέ. Είναι εκπληκτικό λ.χ. ότι ο ομιλητής αναφέρεται σε ελληνικά εδάφη τα οποία δεν έχουν ακόμα απελευθερωθεί και ανάμεσα τους συμπεριλαμβάνει και την Ήπειρο[17]. Η παραπομπή είναι καθαρή αλλά και αντιφατική. Η «Βόρεια Ήπειρος» αναφερόταν στην νότια Αλβανία και η Αλβανία ήταν τότε μια σοσιαλιστική χώρα – ουσιαστικά ούτε καν οι έλληνες  κομμουνιστές δεν αναφέρονταν στο ζήτημα της ελληνόφωνης μειοψηφίας στην Αλβανία[18].Με δεδομένο το ότι ο Αδάμαντος διόρθωσε το δακτυλογραφημένο κείμενο, είναι απίθανο να  αναφερόταν απλά στην Ήπειρο αναπαράγοντας ένα κλισέ. Είναι πιο πιθανό, και πιο ευθυγραμμισμένο με την πολιτική της αριστεράς για  ενότητα[19], ότι η αναφορά  του πήγαζε από μια προσπάθεια να αποφυγει την κατηγορια ότι διάλεγε μερικά φίλο-αριστερά εθνικά θέματα για να τονίσει. Η αριστερά έμπαινε σε μια περίοδο κατά την οποία έπρεπε να αποδεικνύει τον «ελληνισμό» της αφού αποφάσισε να ενταχθεί πολιτιστικά και θεσμικά στην ε/κ κοινότητα και ο ελληνικός εθνικισμός ήταν και πάλιν το ιδεολογικό όπλο των ανώτερων τάξεων και της δεξιάς. Είναι ενδιαφέρον σε αυτό το πλαίσιο ότι δεν υπάρχουν αναφορές στην τότε ελληνική επικαιρότητα, εκτός από έμμεσες αναλογίες όταν αναφέρεται στον διχασμό των επαναστατών το 1825. Σε εκείνο το πλαίσιο τονίζει ότι ένα μέρος της συγκρουσης πηγαζε από ένα δάνειο από την Βρετανία και στην ανάλυση της διαμάχης κάνει μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους «προύχοντες» και τον λαό. Το πολιτικό μήνυμα είναι το ίδιο όπως και στην προηγούμενη ομιλία: η ανάγκη ενότητας και συμφιλίωσης ενάντια στα «βρετανικά δώρα». Η εναντίωση σε αυτά τα «δώρα» μπορεί να θεωρηθεί  σαν μια προειδοποίηση ενάντια στις προτάσεις των βρετανών για αυτοκυβέρνηση[20]. Συγκριτικά πάντως η συναισθηματική έκρηξη είναι πιο περιορισμένη εδώ και είναι αξιοσημείωτο ότι δεν υπάρχει καμία άμεση αναφορά στην ένωση.

Η Κοινωνική Σύγκρουση του 1948 και η Οικοδόμηση της Αυτονομίας της Αριστεράς

Η τρίτη φάση ξεκινά στο    τέλος του 1947 και χαρακτηρίζεται από ένα ξεκάθαρα συγκρουσιακο πνεύμα σε σχέση τόσο με τις τοπικές όσο και τις διεθνείς αντιπαραθέσεις της τότε εποχής[21]- και ειδικά σε σχέση με την ανάπτυξη του εμφύλιου στην Ελλάδα. Έτσι στην ομιλία του Οκτώβρη του 1947 ο Αδάμαντος παίρνει ξεκάθαρα θέση. Η ομιλία ειναι δακτυλογραφημενη με λίγες αλλαγές και συμπεριλαμβάνει τις περισσότερες από τις χειρόγραφες σημειώσεις του προηγούμενου χρόνου  μαζί με μια νέα κατάληξη. Μέχρι την μέση η ομιλία είναι επί λέξη η ίδια όπως  τον προηγούμενο χρόνο. Αφού όμως αποδίδει φόρο τιμής  στο «ελληνικό πνεύμα» κλπ, έρχεται «στην προδοσία» του ελληνικού λαού από την Μ. Βρετανία και με μια σχετικά εκπληκτικά[22] ξεκάθαρη γλώσσα ταυτίζεται με τον νέο επαναστατικό στρατό του κομμουνιστικού κόμματος της Ελλάδας (τον ΔΣΕ,  « Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας») τον οποίο παραληριζει με την αντίσταση ενάντια στους Ναζί. Ακόμα πιο εκπληκτικά   κατονομάζει  αυτόν τον στρατό  σαν τον απελευθερωτή  όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Κύπρου. Η μετατόπιση είναι σημαντική: η γλώσσα της ενότητας και της συμφιλίωσης λείπουν και αντικαθίστανται από μια ξεκάθαρη τοποθέτηση στην ιδεολογική (και πολεμική) αντιπαράθεση. Αυτο δεν ήταν  μια απλή μετάφραση της ελληνικής σύγκρουσης  σε κυπριακούς όρους. Στην ίδια την Κύπρο υπήρχε μια έντονη πολιτική (για την αυτοκυβέρνηση) και ταξική (με την μορφή απεργιών τις οποίες συντόνιζαν οι αριστερές συντεχνίες) αντιπαράθεση.  Σε αυτό το πλαίσιο ο Αδάμαντος  αναφέρεται στο τέλος της ομιλίας του σε ‘μη απελευθερωμένες  πατρίδες του ελληνισμού» (συμπεριλαμβανομένης και της Βορείου Ηπείρου) αλλά η λύση για αυτά τα εκκρεμή θέματα αναβάλλεται τώρα για το μέλλον, μετά την νίκη του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτή η χρονικη περίοδος (1947 –48) κατά την οποια η αριστερά βρισκόταν σε διπλή αντιπαράθεση με την αποικιοκρατία και την τοπική (πολιτική και οικονομική) εξουσία  είναι ένα σημείο καμπής για τον Αδάμαντος[23]  αλλά και για την αριστερά ευρύτερα. Εδώ, ουσιαστικά μπορεί να τοποθετήσει κάποιος την γέννηση της αυτόνομης μαζικής υποκουλτούρας/subculture της αριστεράς – ενός πολιτικό-πολιτιστικού χώρου ο οποίος έχει επιδείξει μια σταθερότητα  τόσο στην οργάνωση του από το τοπικό μέχρι το παγκυπριο επίπεδο, όσο και στα εκλογικά του ποσοστά από το 1960 μέχρι και την δεκαετία του 1990.
H επόμενη ομιλία είναι από το 1949 – για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Εδώ ο Αδάμαντος μετατοπίζει ακόμα  περισσότερο  την έμφαση του . Τα πρώτα σημεία[24] ακολουθούν τις παλιές ομιλίες (για το ιστορικό πλαίσιο της επανάστασης) αλλά όταν περιγράφει την ίδια τη επανάσταση αποστασιοποιείται αποφασιστικά από τις προηγούμενες αναφορές του. Η έμφαση του είναι ξεκάθαρα πάνω στο ταξικό πόλεμο κατά διάρκεια της επανάστασης[25]. Δίνει έμφαση στους ηγέτες που εκφράζανε τις λαϊκές τάξεις και αναφέρεται σε λιγότερο γνωστά επεισόδια της επανάστασης και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου οι ανώτερες τάξεις πρόδωσαν την επανάσταση  ενώ οι λαϊκοί  ηγέτες  έστρεφαν τα όπλα η τον θυμό τους εναντίον τους - εκτός από το να πολεμούν τους Οθωμανούς. Στις αναφορές του στην επικαιρότητα κάνει κριτική στην ελληνική κυβέρνηση για την δουλοπρέπεια της απέναντι στους Βρετανούς που δεν της επέτρεψε να εγείρει καν «το  ζήτημα της Κύπρου». Αυτή η κριτική αναφορά είναι η μόνη παραπομπή στο ζήτημα της ένωσης. Η συγκρουσιακη στάση την οποία υιοθετεί μετά το 1947 είναι ακόμα πιο εντονη σε αυτό το κείμενο. Σε σχέση με την  ρήξη στην ε/κ κοινότητα ανάμεσα στην  αριστερά και την δεξιά , εκφράζει μια, χωρίς απολογίες και υπεκφυγές, αριστερή θέση για αυτονομία. Εκείνη την εποχή , τέλη της δεκαετίας του 40, η δεξιά κατηγορούσε την αριστερά ότι δεν ήθελε την  ένωση εκτός με την «κυβέρνηση των βουνών» (την κυβέρνηση δηλαδή που  είχαν δημιουργήσει οι αντάρτες στις περιοχές που έλεγχαν). Η νέα ηγεσία[26] του ΑΚΕΛ εκινειτο προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης αυτής της κατηγορίας (αποδεικνύοντας έτσι τα εθνικα/εθνικιστικά της πιστοποιητικά) με αλλαγή της θέσης του κόμματος από αυτοκυβέρνηση-ένωση σε «ένωση και μόνο ένωση». Ο Αδάμαντος κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση – υιοθετει μια εξίσου απόλυτη θέση όπως η δεξιά:
«Με την ηθική και πολιτική χρεοκοπία της Αμερικανοδουλης Κυβέρνησης  των Αθηνών  για μας μια είναι η Ελλάδα: Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ. Η Ελλάδα των ίδιων βουνών, από τα οποία οι Κλέφτες του 21 ξεκίνησαν τον αγώνα της λευτεριάς και από τις κορυφές των οποίων κατεβαίνουν τιμωροί και ελευθερωτές του  Δημοκρατικού Στρατού οι Αντάρτες.»

Έστω και αν δεν ευθυγραμμιζόταν με το πνεύμα της νέας γραμμής  της κομματικής ηγεσίας,  αυτή η γλώσσα ήταν συνηθισμένη στην υποκουλτούρα/subculture της αριστεράς - στο τύπο της και στις δημόσιες ομιλίες στους συλλόγους και στις συγκεντρώσεις της εκείνη την εποχή. Έκφραζε μια άλλη πιθανότητα, μια «εναλλακτική πιθανότητα» που υπήρχε μεν στην υποκουλτούρα/subculture της αριστεράς, αλλά η οποία ήταν αυξανόμενα απών από τις θέσεις της ηγεσίας  η επέστρεψε στην στρατηγική της εθνικής ενότητας στις σχέσεις της με την υπόλοιπη κοινωνία. Πέρα από την εναπόθεση των ελπίδων για απελευθέρωση  στους έλληνες αντάρτες (μια έτσι και αλλιώς απομακρυσμένη γεωπολιτική  πιθανότητα) σε τοπικό επίπεδο αυτή η «εναλλακτική ιστορική πιθανότητα» έτεινε προς την κατεύθυνση της σύγκρουσης και του ριζικού διαχωρισμού από  την δεξιά (από την «εθναρχοκεκκοφροσυνη» όπως την αποκαλούσε σαρκαστικά ο Αδάμαντος). Σε αυτό το πλαίσιο η  αριστερά εμφανιζόταν    σαν η πολιτικό-κοινωνική δύναμη που εκπροσωπούσε όχι μόνο την  ταξική πάλη,  αλλά και τον εκμοντερνισμό και την διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων[27]. Αυτή ήταν ουσιαστικά η μορφή της κυπροκεντρικης οπτικής η οποία ωρίμαζε στον χώρο της αριστεράς. Και ο Αδάμαντος , σαν ο ρήτορας του κινήματος, έκφραζε αυτήν την ωρίμανση ξεκάθαρα και δημόσια.
Η τελευταία ομιλία[28] είναι από το 1952. Το κλίμα ήταν διαφορετικό. Στην Ελλάδα  το αριστερό αντάρτικο κίνημα είχε ηττηθεί οριστικά,  και στην Κύπρο το ΑΚΕΛ είχε εγκαταλείψει την γραμμή της αυτοκυβέρνησης. Όμως στην ομιλία του ο Αδάμαντος δεν φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα από την αλλαγή στην κομματική πολιτική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ομιλία εκφραζε  σε ένα μεγάλο βαθμό την εσωτερική κουλτούρα της αριστεράς εκείνη την περίοδο και η απόκλιση της από την επίσημη κομματική γραμμή μπορεί να ερμηνευτεί στο πλαίσιο ενός κινήματος του οποίου οι εσωτερικές γραφειοκρατικές δομές δεν είχαν ακόμη αποκτήσει απόλυτο έλεγχο πάνω σε τοπικές ομάδες  και ηγέτες.
Η ομιλία αναφέρεται και πάλιν στον εορτασμό για το 1821. Συνεχίζει την μετατόπιση του 1949 προς  τον τονισμό της ταξικής πάλης  μέσα στην επανάσταση, αλλά εδώ πάει ένα βήμα πιο πέρα. Μέχρι το 1949 οι παπάδες και οι τοπικές άρχουσες τάξεις αναφέρονταν σαν δυνάμεις οι οποίες, παρά τα οικονομικά τους συμφέροντα, βοήθησαν τελικά να διατηρηθεί «το πνεύμα του έθνους ζωντανό». Αυτή η αναφορά άφηνε ανοιχτή την πόρτα για εθνικιστικές ερμηνείες της επανάστασης του 1821 οι οποίες τόνιζαν την «αναγέννηση του έθνους», το «πνεύμα του» κλπ. Το 1952 ο Αδάμαντος  εγκαταλείπει αυτές τις ιδεαλιστικές, θα μπορούσαμε να πούμε, αναφορές  προτιμώντας αντίθετα μια ταξικά συνειδητή  ανάλυση  στην οποία ο λαός συγκρούεται με τις άρχουσες τάξεις, την εκκλησία («τον ανώτερο κλήρο»), και τους κοτζαμπάσηδες. Ο κεντρικός ήρωας την επανάστασης γίνονται οι «λαϊκοί αγωνιστές» - ένας όρος τον οποίο χρησιμοποιούσε η αριστερά για τους ακτιβιστες της. Με ευρύτερους όρους θα μπορούσαμε να δούμε σε αυτή την γλώσσα την ανάπτυξη ενός αυτόνομου αριστερού λόγου επηρεασμένου από την μαρξιστική ανάλυση[29] . Αυτός ο λόγος όμως ανκαι κυρίαρχος στην υποκουλτούρα/subculture της αριστεράς,  ήταν  ταυτόχρονα αποκλεισμένος από τον ηγεμονικό δημόσιο λόγο ο οποίος εκφραζόταν σε σχολεία, εκκλησίες και άλλους ηγεμονικούς θεσμούς της ε/κ κοινότητας[30].  Ήταν ένα σημάδι της αυξανόμενης αυτονομίας  αλλά και της απομόνωσης της αριστεράς. Και σε αυτήν την αυτόνομη υποκουλτούρα/subculture, η κυπροκεντρικη οπτική (σαν έμφαση στην Κύπρο αλλά και στην πολιτική παρά εθνική ταυτότητα) γινόταν  αυξανόμενα πιο σημαντική παρά την επίσημη και ρητορική  θέση της ηγεσίας[31]. Προς το τέλος της ομιλίας του ο Αδάμαντος εγείρει και πάλιν το θέμα της απελευθέρωσης και επαναλαμβάνει ότι η ελευθερία στην Κύπρο μπορεί να έρθει μόνο από μια απελευθερωμένη Ελλάδα.. Και σε αυτό το πλαίσιο κάνει ένα έμμεσο, αλλά σαφή, υπαινιγμό ότι μέχρι  να συμβεί αυτό οι κύπριοι πρέπει να προσανατολιστούν  προς την ανεξαρτησία. Κάνει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στον ελληνικό και τον κυπριακό λαό (αντί να τους ταυτίζει στα πλαίσια του «ελληνικού έθνους»,  όπως έκανε σε προηγούμενες ομιλίες) και παρατηρεί:
« Ο Ελληνικός όμως Λαός , όπως και ο Κυπριακός, θ’ αγωνιστή   και σήμερα όπως πάντοτε αγωνίστηκε γύρω από τους πραγματικούς  λαϊκούς  του ηγέτες για την ενότητα του, για την επιβίωση του, για την απαλλαγή του από τους ξένους – για την ανεξαρτησία του.»

Η έμμεση αναφορά/υπαινιγμος έγινε σύντομα ξεκάθαρη όταν  παραιτήθηκε από το κόμμα κάνοντας κριτική στην ενωτική πολιτική[32]. Όμως παρά την επίσημη κομματική γραμμή φαίνεται ότι το ζήτημα της αυτοκυβέρνησης ποτέ δεν πέθανε στην υποκουλτούρα/subculture όπως δείχνει και η ομιλία του Αδάμαντος. Βασιζόταν όχι στο θέμα της αυτοκυβέρνηση αυτής καθ’αυτης όσο στην λογική αντίφαση να θέλει η αριστερά να ενωθει/προσαρτηθει σε ένα καθεστώς το οποίο κατά τα άλλα η αριστερά αποκήρυσσε σαν “μοναρχοφασιστικο”. Στην ουσία η ήττα της ελληνικής αριστεράς σηματοδότησε το «θάνατο» της Ελλάδας με την οποία ταυτίστηκε η αριστερά των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 40, και την οριστική στροφή (έστω και με αργό ρυθμό) της αριστεράς  προς τον κυπροκεντρισμο. Και αυτή η στροφη οριστικοποιήθηκε βεβαίως την δεκαετία του 60, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.
Ο Αδάμαντος θεωρείται σήμερα σαν μια προφητική φωνή που έβλεπε προς το μέλλον. Όσον αφορά τις τάσεις μέσα στην αριστερά είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε  πως στα πλαίσια των αντιπαραθέσεων στα τέλη της δεκαετίας του 40, ο Αδάμαντος σαν ο βασικός ρήτορας της αριστεράς, έστω και αν ερχόταν από ένα φιλελεύθερο-αριστερό πλαίσιο  επανεφευρισκει/επαναλάμβανει  την ανάλυση  και την γλώσσα του ΚΚΚ και του  Βατη (ο οποίος ερχόταν από ένα διεθνιστικό-κομμουνιστικό πλαίσιο)  του 1931[33] - ιδιαίτερα σε σχέση με την αριστερή αυτονομία και την ανεξαρτησία σαν αντιαποικιακους στόχους[34]. Γιατί αυτό που καθόριζε τελικά την οπτική των αριστερών δεν ήταν τόσο η προσωπική βιογραφία καθ’ αυτή όσο το συστεμικο και το δομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούσαν  τα άτομα και οι συλλογικοτητες τους.


[1] Μιχάλης Ατταλιδης. 1986. Τα Πολιτικά Κόμματα στην Κύπρο. Στο «Κυπριακά 1878-1955.
[2] Η μεθοδολογία εδώ αντλεί από την θέση του Μ. Weber για «επιλεκτική συγγένεια (elective affinity) ιδεών” με την υλικη/αντικειμενικη πραγματικότητα.
[3] Οι  ομιλίες βρίσκονται στο αρχείο του Αδάμαντος  το οποίο έχει η κόρη του. Αυτό το κείμενο και η  ευρύτερη ερευνα/μελετη στην οποία βασίζεται χρωστά πολλά στην  βοήθεια  και προθυμία της να επιτρέψει μια μελέτη του αρχείου.
[4] Κουβεντιάζοντας με τον Φιφη Ιωάννου. 1989. Εντός των τειχών, τ. 39-40.
[5] Ο όρος «φιλελεύθεροι μοντερνιστες» αναφέρεται σε εκείνη την πτέρυγα της μεσαίας τάξης και της διανόησης η οποία άρχισε να διαμορφώνει μια διαφοροποίηση από την βασιλόφρων  εθνικοφροσύνη είτε κάτω από την επίδραση του Βενιζελισμου (ο Αδάμαντος ήταν θαυμαστής του Βενιζέλου την δεκαετία του 1930)  είτε σαν αποτέλεσμα του εκμοντερνισμου που προωθούσαν  οι άγγλοι. Κάποιες αναφορές στον κυπριακό Βενιζελισμο έχει ο Ατταλιδης (1986). Χρήσιμες αναφορές υπάρχουν και στο κείμενο του Κυρρη για τις «πνευματικές τάσεις» την περίοδο της Αγγλοκρατιας ( Κυρρης, 1986). Για μια ευρύτερη συζήτηση του θέματος βλέπε την διδακτορική διατριβή του συγγραφέα :Island Radicals: The emergence and consolidation of the Cypriot Left 1920-1960.
[6] Ο Αδάμαντος άνηκε σε εκείνη την πτέρυγα του ΑΚΕΛ  και της αριστεράς ευρύτερα η οποία αντιτάχθηκε στην εγκατάλειψη της «γραμμής» της αυτοκυβέρνησης και ήταν το μόνο ηγετικό στέλεχος το οποίο δημοσιοποίησε την διαφωνία του με τον ενωτισμό την δεκαετία του 1950.
[7] Για την περιγραφή της δημόσιας έκφρασης της «κυπριακής συνείδησης» την δεκαετία του 60 βλ.: Michael  Attalides.1979. Cyprus , Nationalism and International Politics. St. Martins. New York.
[8] Η έννοια του «χώρου» η της «υποκουλτούρας» της αριστεράς αναφέρεται σε ένα μέρος της κοινωνίας  το οποίο ανήκει  στον συγκεκριμένο ιδεολογικό-πολιτικό χώρο και που το δέσιμο του με αυτόν τον χώρο  έχει τα χαρακτηριστικά «πολιτιστικής κοινότητας»/subculture.
[9] Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν οι κομμουνιστές την δεκαετία του 1920 διένειμαν φυλλάδια με παρόμοια ταξική ανάλυση αντιμετώπιζαν επιθέσεις από τους εθνικιστές. Το σκηνικό ήταν προφανώς διαφορετικό στις αρχές του 40.
[10] Ανκαι ο Φεραίος έχει  αγιοποιηθεί στην ελληνική ιστοριογραφία, σαν μορφή ο Ρήγας  είναι   η κορυφαία μορφή του ελληνικού επαναστατικού Διαφωτισμού. Αξίζει να αναφερθεί ότι η εκκλησία καταδίκασε τον Ρήγα και το έργο του.
[11] Για το γενικά φιλοαγγλικό πνεύμα που χαρακτήριζε την ελληνοκυπριακη ελίτ πριν το 1931 βλέπε Γιωργαλιδης (1978  ) και Ατταλιδης  (1979  )
[12] Ξεκινά με  αναφορές στην κατάσταση στην σύγχρονη Ελλάδα και μετά κινείται  προς την ιστορική αφήγηση με άξονα την Ελληνική και την Γαλλική επανάσταση.
[13] Αυτό το όραμα δεν ήταν μόνο κυπριακό – έκφραζε μάλλον το ευρύτερο όραμα της αριστεράς στο τέλος του β παγκόσμιου πόλεμου.
[14]  Το 1945 οι Βρετανοί εξέτασαν και πάλιν την πιθανότητα να παραχωρήσουν την Κύπρο στην Ελλάδα αλλά η εισήγηση ξεπεράστηκε γρήγορα. Η απροθυμία των βρετανών να τερματίσουν την αποικιακή διακυβέρνηση ήταν φανερή από το 1944 .
[15] Στις 25 Μαρτίου του 1945 οι άγγλοι πυροβόλησαν μια διαδήλωση αριστερών στο Λευκονοικο, λίγες βδομάδες μετά απαγορεύτηκε  η τοπική αριστερή εφημερίδα στο Βαρωσι και στις αρχές του Μάη συνελήφθηκαν οι ηγέτες των συντεχνιών για «στασιαστική δραστηριότητα».
[16] Αλλά και στην ευρύτερη πολιτική της αριστεράς τότε. Αυτή η στροφή εκφραστηκε  με την υιοθέτηση της γραμμής της αυτοκυβέρνησης (η οποία επανέφερε την αριστερά στην λογική της ανεξαρτησίας η της αυτονομίας η οποία κυριαρχούσε σε αυτόν τον χώρο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 40) και της διεκδίκησης πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σαν θέματα προτεραιότητας σε αντιδιαστολή με τη γραμμή της δεξιάς για «ένωση και μόνον ένωση».
[17] Στο δακτυλογραφημένο κείμενο η έκφραση είναι «Βόρεια Ήπειρος» αλλά το «Βόρεια»σβήστηκε μετά.
[18] Και αυτή ήταν μια από τις κατηγορίες εναντίον τους - ότι δηλαδή  δεν ήταν αρκετά πατριώτες. Σε αντιδιαστολή η ελληνική αριστερά τόνιζε το κυπριακό απέναντι στο οποίο η δεξιά  ένοιωθε αμήχανα αφού η Βρετανία ήταν ο προστάτης της.
[19] Αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή ήταν και η περίοδος πριν από τις αρχιεπισκοπικές εκλογές στις οποίες η αριστερά υποστήριζε τον Λεόντιο ελπίζοντας στην ένταξη της στο εθναρχικο συμβούλιο.
[20] Όταν τελικά υποβλήθηκαν οι προτάσεις τα 1947 ο Αδάμαντος τις υποστήριξε σταθερά και με συνέπεια.
[21] Ήταν τότε και η εποχή που άρχιζε ο ψυχρός πόλεμος στην Ευρώπη.
[22] Σε σχέση με τις προηγούμενες ομιλία του.
[23] Αυτό το συγκρουσακο κλίμα χαρακτήριζε και τις άλλες ομιλίες του. Στο αρχείο του υπάρχουν σημειώσεις για 2 ομιλίες  που πρέπει να εκφωνήθηκαν το 1948 και ο τόνος και το ύφος τους θυμίζουν περισσότερο τον λόγο των κομμουνιστών του 1920 παρά της ακελικης αριστεράς των πρώτων χρόνων του 1940. Οι τίτλοι είναι : «Ο  λαός  οφείλει να αγνόηση τους γύφτους της εθνικής ιδέας και να κοιτάξει τα δικά του συμφέροντα», «Τα συμφέροντα του λαού μας απαιτούν αποκτησιν πλήρων πολιτικών δικαιωματων».
[24] Αυτή η ομιλία ήταν γραμμένη με την μορφή σημείων αντί όλης της ομιλίας  όπως προηγουμένως.
[25] Και αυτό μπορεί να συσχετιστεί με την ρήξη ανάμεσα στο δεξιό και το αριστερό αντιαποικιακο κίνημα εκείνη την περίοδο.
[26] Η νέα ηγεσία, της οποίας ηγειτο πλέον ο Εζεκίας Παπαιωαννου (με τον οποίο ο Αδάμαντος είχε κακή προσωπική σχέση), ανέλαβε το 1949.
[27] Το ζήτημα των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν νευραλγικό για την αριστερά την δεκαετία του 40 και το αίτημα της αυτοκυβέρνησης εντασσόταν σε αυτό το πλαίσιο. Ο Αδάμαντος προσπαθεί να τεκμηριώσει και θεωρητικά την θέση του ότι ο αγώνας για τα πολιτικά δικαιώματα, ο «αγώνας για τα αστικοδημοκρατικών ελευθεριών» στην κομμουνιστική ορολογία, ήταν το βασικό πλέον καθήκον της αριστεράς, παραπέμποντας σε απόσπασμα από τον Στάλιν σε ομιλία του το 1952.
[28] Υπάρχουν 2 ομιλίες από το  1952, αλλά η ομιλία της 28ης Οκτωβρίου δεν θα συζητηθεί γιατί ο Αδάμαντος είχε ήδη δημόσια αποστασιοποιηθεί/ αποχωρήσει από το ΑΚΕΛ τον Σεπτέμβριο του 1952.
[29] Σε αυτή την περίπτωση η βασική επιρροή έρχεται από την ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία.
[30] Η θεσμική θέση της αριστεράς μπορεί να παραλληριστει με την θέση του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στο γερμανικό πολιτικό σύστημα πριν το 1918 – μια θέση την οποία ο G. Roth (1963)  περιγράφει σαν «Negative Integration».
[31] Παρά την ρητορική της ένωσης ακόμα και η νέα ηγεσία όπως παρατηρεί και ο Ατταλιδης (1979) εξακολουθούσε να θέτει το ζήτημα με γεωπολιτικούς όρους παρά με μεσσιανικούς μεταφυσικούς όπως η δεξιά και η εκκλησία.
[32] Aυτο έγινε τον Σεπτέμβριο το 1952.
[33] Για ένα χαρακτηριστικό κείμενο εκείνης της περιόδου βλ: «Μερικά επίκαιρα πολιτικά ζητήματα» το οποίο αναδημοσιεύτηκε στο: Εντός των τειχών , τ. 39-40.
[34] Η ανεξαρτησία ήταν θεμελιακή τοποθέτηση της αριστεράς από τα πρώτα της βήματα – και πριν την ίδρυση του ΚΚΚ, και στο ιδρυτικό του συνέδριο, και στην μετέπειτα πορεία του κόμματος μέχρι την δημιουργία του ΑΚΕΛ το 1941. Μέχρι και το 1940 σύμφωνα με τον Ζιαρτιδη η στάση των κομμουνιστών απέναντι στην Ελλάδα και τους εθνικιστές ήταν  αρνητική - βλ: Ανδρέας Ζιαρτιδης, Χωρίς Φόβο και Πάθος (1995).